Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Ματαιότητα | Τζένιφερ Ντέρλεθ

Η απίστευτη ματαιότητα του να είσαι εξωγήινη.

Ένας καθρέφτης κρέμεται αιώνια από τον ουρανό
με παλιά ξεσχισμένα σκοινιά αλλά αντέχει να σου θυμίζει
εσένα αλλιώς.
Εσύ αντέχεις να τον αντικρίζεις, να σου θυμίζεις την αντισυμπαντική σου υπόσταση που σίγουρα έχει περισσότερο ενδιαφέρον από σένα.
Σύρε και γαμήσου τώρα

Κατεβαίνω τη σκάλα του ουρανού περήφανη
άγγελοι και Παναγίες μου γνέφουν, με ζητάνε, με παρακαλούν
τους κάνω κωλόχερο αγέρωχη και συνεχίζω. Η άφιξις μου προβλέπεται αιώνια.

Μόλις έφτασα, η πόλη με υποδέχτηκε με το πιο γκρίζο της φόρεμα
είχα χρόνια να τη δω.
Μέσα μου μουρμουρίζω ευχές, αγάπες και κατάρες
είχα δεν είχα πάλι κοντά της βρέθηκα. Λες και απλώνει
πάνω μου αόρατους ιμάντες. Είμαι κλωστή, ακόμα μια στο αιώνιο πλεκτό της και αν δε με κάψεις δεν μπορώ να φύγω από εδώ.

Οι Θεοί με κοιτάνε αφ' υψηλού και σαρδόνια χαμόγελα στολίζουν
τα ύπουλα πρόσωπα της "δήθεν", της άυλης ύπαρξης.
Χαίρονται για το μπλέξιμο μου και το δείχνουν κάθε στιγμή.
Βριζόμαστε κάμποσους αιώνες, ενώ ξεχνώ να προσπαθώ να λυθώ. Μένω εκεί.
Πεθαίνω εκεί. Ξαναγιεννιέμαι για να πεθάνω εκεί. Με τους φίλους μου τα απόβλητα Της, παραμυθιαζόμαστε και νομίζουμε πως χαιρόμαστε.
Μεθύσαμε και νομίσαμε πήγαμε κόντρα στους αιώνιους, θεούς κηδεμόνες μας.
Κι όταν με κοιτάς νομίζω πως θα σπάσεις τους ιμάντες, μα και εσύ δεμένη και ανόητη είσαι.
Δεν το ξέρεις;

Παρανοϊκές μορφές ρίχνουν τις λεπίδες ματιές τους καθημερινά πάνω μου.
Γι'αυτό κρύβομαι στο σκοτάδι τον τελευταίο καιρό. Εκεί που δεν μπορεί να με αναζητήσει κανείς.
Είναι οι φύλακες μας οι περαστικοί, είναι οι φυλακές μας τα βλέμματα τους.
Είναι βαλτοί, να μας προσέχουν και όταν ξωκύλουμε στα στενά σοκάκια της μεγαλειότητας Tης μας θέλουν γεμάτους αίματα καρφωμένους στην άσφαλτο,
μας κυνηγούν με ψέματα του τύπου:"Eίστε ο τρόμος της, είστε ο βούρκος της."
Είναι οι φύλακες μας οι πεζοί. Είναι βαλτοί απ' τους Θεούς.

Είκοσι φράγκα τα 60 λεπτά μαζί σου. Χαμένη στα αρώματα της σημερινής σου σάρκας.
Είκοσι φράγκα για να μεθύσω και μεθώ και τους ξεχνώ.
Πόσα φράγκα για να μεθύσω παρέα με τη μεγαλειότητα Tης;
Για να με ξεράσει αηδιασμένη από το βρωμερό στομάχι της μια για πάντα.
Πόσες φορές δοκίμασα μάταια να μεθύσω τα βλοσυρά της μάτια. Αλλά μάταια.
Ήταν αυτοί εκεί. Είναι οι φύλακες μας οι πεζοί. Είναι βαλτοί απ' τους Θεούς και δε με άφησαν.

Η Κόρη του Ε.Τ. μου  λέει τέτοιες ανοησίες κάθε φορά που την μεθώ, συντετριμμένη που δεν κατάφερε ποτέ να αφήσει αυτόν το πλανήτη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου