Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Χαλασμένο τηλέφωνο | Έβα Γκρην

Εγώ και το κινητό μου τηλέφωνο. Σχέση πάθους. Η ίδια σχέση που με δένει και με το πληκτρολόγιο. Να γράφω, να επικοινωνώ. Η σχέση του παθητικού συνταξιούχου με την τηλεόραση. Να μάθεις τάχα τι έγινε στον κόσμο. Να μάθεις. Όσο εσύ κοιτάς την οθόνη. Να είσαι παθητικός δρων και όχι η εξέλιξη. Εξάρτηση. Πολλές φορές σταματάμε και να ζούμε. Ξεχνάμε. Εδώ και μία μέρα μου χάλασε. Και νιώθω καλά. Νιώθω πως δε μου λείπει κάτι. Πέρα από τη φωνή του. Όλο το βράδυ το πέρασα προσπαθώντας να συνεφέρω την συσκευή για να δω αν με πήρε. Το έβαλα να φορτίσει. Μάταιο. 
Ύστερα σκέφτηκα πως ζούσαμε όλα εκείνα τα χρόνια. Εκείνα τα γραφικά σταθερά, με τα στρογγυλά καντράν και τα νούμερα που πολλές φορές αν δε γύρναγες εντελώς το καντράν δεν έπαιρνες το σωστό νούμερο. Κι ύστερα, όλα εκείνα τα χαρτάκια με αριθμούς που σημειώναμε, τις ατζέντες, τους αριθμούς που σημειώσαμε κάποιο απόγευμα στο χέρι μας, για να μη ξεχάσουμε. Τους αριθμούς εκείνους από τα αγόρια που κάποτε θα παίρναμε τηλέφωνο. Τα στυλό που ψάχναμε πεταμένα σε τσάντες, για να καταφέρουμε να σημειώσουμε τον αριθμό. Ή τα χαρτάκια με τηλέφωνα που δε πήραμε ποτέ, αλλά πάντα βρισκόταν κάποιος να μας τα δώσει. Πόση αγωνία δαπανήθηκε πάνω από το τηλέφωνο τα χρόνια εκείνα. Πόση αγωνία στο πρώτο ντριν για να μάθεις. Είναι αυτός που θες να πάρει; Τι ξέρουν από αγωνία οι νέες αυτές οθόνες; Μας κοιτάζουν ανούσια μέσα από μία παθητικότητα. Δαπανημένος χρόνος, δαπανημένα χρόνια. Καλλιεργούν την ψευδαίσθηση της ζωής, την ψευδαίσθηση του έρωτα, της αποδοχής. Ενώ η ζωή κυλλά εκεί έξω και μας προσπερνάει. Και οι έρωτες, κι αυτοί μαζί.
Οι πρώτοι μας παιδικοί έρωτες. "Ναι, γειά σας, τον Κωστάκη, θα ήθελα". Να μιλάς αμήχανα στο ακουστικό σε κάποια μεγαλύτερη γυναίκα νιώθοντας δέος και αμηχανία. Είναι εκεί ο Κωστάκης; Μήπως την ξύπνησες; Και η αγωνία μέχρι να έρθει στο ακουστικό. Κι ύστερα, να ξέρεις, μπορείς να πάρεις συγκεκριμένες ώρες, γιατί οι υπόλοιποι στο σπίτι κοιμούνται. Πόση ανυπομονησία να περάσουν εκείνα τα θερινά μεσημέρια για να πάρεις τον Κωστάκη να πάτε βόλτα με τα ποδήλατα; Κι ύστερα, πόση αγωνία.
Έπειτα, οι εφηβικοί μας έρωτες. Πάλι αριθμοί σε χαρτάκια που ανταλλάξαμε σε κάποια συναυλία ή στο σχολείο. Πόσοι αριθμοί που δεν πήραν απάντηση επειδή δε βγάζαμε ποτέ τα γράμματα; Πόσα τηλέφωνα δε σηκώσαμε επειδή δεν ήμασταν ποτέ σπίτι;
Και τώρα. Πάλι η ίδια γεύση προσμονής. Η ίδια γεύση αγωνίας και μελαγχολίας. Να νιώθεις εκείνη την κάψα, εκείνη την αναμονή πάνω από το ακουστικό. Πρέπει να βρεις τρόπο να επικοινωνήσεις. Ή να πας να τον δεις. Το τηλέφωνο είναι το υποκατάστατο εκείνο που θρέφει το μυαλό με την ψευδαίσθηση, πως τάχα εκμηδενίζει την απόσταση. Το τηλέφωνο είναι εκείνο που σε αφήνει να ακούσεις μόνο τη φωνή. Τη φωνή του.
Όμως, ποτέ να μη σου είναι αρκετό. Να ακούς το "σ' αγαπώ" από το τηλέφωνο και να χαμογελάς, χωρίς εκείνος να το βλέπει, χωρίς να το νιώθει, να σε αγγίζει. Πόσα χαμόγελα να δαπανήθηκαν μπροστά σε οθόνες και ακουστικά; Πρέπει να τον δεις. Να δεις το χαμόγελο του. Το χαμόγελο στην άλλη άκρη του ακουστικού. Πρέπει να τον μυρίσεις. Να χώσεις τη μύτη σου στο λαιμό του και αδηφάγα να σνιφάρεις τζούρες από το άρωμά του. Πρέπει να τον δεις, να τον νιώσεις, να τον αγγίξεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου