Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | Μέρος 5ο | Ραφαήλος | George J. Mayte

Όταν το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7 η ώρα ο Ραφαήλος σηκώθηκε βρίζοντας για να πάει για δουλειά. Πήρε ελληνικό πρωινό, φραπέ με δύο τσιγάρα δηλαδή, ντύθηκε και έφυγε, μπήκε στο μετρό ξινισμένος και ταίριαξε απόλυτα με τους υπόλοιπους επιβάτες όπου λογικά βρίσκονταν σε αυτό ακριβώς το μέρος για τον ίδιο λόγο. Όταν έφτασε ο προϊστάμενός του του είπε πως σήμερα κατά πάσα πιθανότητα θα δουλέψει ένα διωράκι παραπάνω. Αγανάκτησε από μέσα του, μπορούσες να το δεις και στο ακόμα πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του αλλά σε εκείνον απάντησε με δήθεν προθυμία πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αυτός το ήξερε πως υπήρχε αλλά δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. 
Τις πρώτες ώρες είχαν τους σταθερούς τους πελάτες, την κυρία τάδε που πηγαίνει διπλά στο υπουργείο για δουλειά, τα παιδιά από τη σχολή που πάνε για μάθημα, αυτούς από την τράπεζα, την κυρία τρελή όπου απ’ ότι φαίνεται έχει μείνει μόνη της στον κόσμο και έχει γίνει μέρος της ρουτίνας της και μερικούς περαστικούς.
Κατά της 11 έστειλε ένα μηνυματάκι σε μία φίλη του να κανονίσουν το βράδυ να πάνε για ποτό. Κάθε λίγο και λιγάκι κοίταζε το τηλέφωνό του αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Σε κάθε ευκαιρία χάζευε το προφίλ της και τη σκεφτόταν. Όταν μετά από ώρες απάντησε χαμογέλασε σα χαζός.
Μέχρι να σχολάσει έπλαθε με το μυαλό του τι θα γινόταν το βράδυ που θα την έβλεπε. Θα κάθονταν μόνοι τους, κόσμος πολύς θα ήταν τριγύρω τους, η μουσική θα πλημμύριζε τον χώρο αλλά εκεί που θα ήταν εκείνοι θα είχε απόλυτη ησυχία για να μπορούν να μιλούν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον, τα πρόσωπά τους θα πλησίαζαν και κλείνοντας σιγά σιγά τα μάτια θα φιλιόντουσαν. 
Το μετρό που θα τον γύριζε σπίτι άργησε ένα τέταρτο. Δε βρήκε θέση να κάτσει. Οι επιβάτες ήταν ο ένας πάνω στον άλλον. Στο περίπτερο που πήγε για τσιγάρα χάζευε τα κοριτσάκια που ψώνιζαν και φλέρταρε με την κοπέλα που δούλευε φεύγοντας. 
Όταν βρέθηκαν φάνηκε πως και οι δύο ανυπομονούσαν για τη συνάντηση. Αφού κάνανε μια βολτα να κόψουν κίνηση καταλήξανε στο Jasper’s. Αυτός αντί να είναι ανέμελος και διαχυτικός ήταν σφιγμένος και ενοχλητικός. Στο μαγαζί που πήγανε δεν είχε την προσοχή του σε κείνη. Η μουσική ήταν δυνατά και έπρεπε να φωνάζουν για να ακούγονται. Το μέρος τόσο σκοτεινό που δε γινόταν να κοιταχτούν στα μάτια και όταν κατά λάθος τα χέρια τους αγγίχτηκαν της ζήτησε συγγνώμη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου