Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | Μέρος 4ο | George J. Mayte

Η ώρα είναι 9 και τέταρτο και το ραντεβού που είχανε δώσει με την Ελπίδα ήταν για τις 9. Η Ελπίδα είναι μία κοπέλα που ο Ευγένιος είχε γνωρίσει μέσω του facebook – βασικά ειχαν συναντηθει μία φορά κάποτε στο γαμο κάποιου κοινού τους γνωστού αλλά είχαν να μιλήσουν από τότε. Μετά από καιρό της έστειλε ένα μήνυμα τι κάνεις καλά; καλά, πάμε για ένα ποτάκι; πάμε και έτσι έκλεισαν αυτό το ραντεβού 9 η ώρα στο G στο Κολωνάκι.
Φτάνοντας αργοπορημένος κοίταξε αγχωμένα τριγύρω του μες στο μαγαζί μην ειχε φτάσει το ραντεβού του πριν από εκείνον. Δεν την είδε πουθενά. Εντάξει, σκέφτηκε, δε γίναμε ρεζίλι. Έπιασε μία θέση στο μπαρ και είχε τον νου του στην είσοδο. Πήρε κι ένα ποτό, δε θα έπαιρνε κανονικά πριν έρθει η παρέα του αλλά του μίλησε ο μπάρμαν και ντράπηκε να του πει πως θα κάτσει μόνο με νερό.
Κάθησε με το ποτό του και προσπάθησε να χαλαρώσει αλλά δε γινότανε. Σκεφτόταν πως θα έπρεπε να πάει στο γραφείο και το σκ, πως δε θα καταφέρει να πάρει την αδεια που ήθελε και θα αναγκαστεί να πάει διακοπές τέλος Σεπτεμβρίου γιατί Ιούλιο-Αύγουστο «πρόλαβαν οι άλλοι», πως η αδερφή του ζήτησε πάλι δανεικά, πως σα διαχειριστής θα πρέπει πάλι να τσοντάρει λεφτά για τα κοινόχρηστα, πως πρέπει να φτιάξει επιτέλους αυτό το καζανάκι, πώς το δόντι που τον πονάει θέλει μάλλον απονεύρωση και πως φεύγοντας από το σπίτι ξέχασε να κατεβάσει τα σκουπίδια και γυρνώντας μετά θα έχει βρωμίσει όλο το σπίτι από τα αποφάγια απ'το κοτόπουλο.
Κοιτάει το τηλέφωνο 9:33 κανένα μήνυμα, καμία αναπάντητη. Εντάξει θα άργησε, συμβαίνει. Δίπλα του στο μπαρ συζήταγαν κάτι κουστουμαρισμένοι: «και έρχεται ο γέρος  που λες και ήθελε να καταθέσει αίτηση για δάνειο και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα αυτό το ανέκδοτο με την ασφάλεια ζωης» και ξεκαρδίστηκαν και οι δύο στα γέλια, ο ένας σχεδόν πνίγηκε αλλά του Ευγένιου δεν του φάνηκε καθόλου αστείο.
Η ώρα πέρναγε και η Ελπίδα πουθενά, ο Ευγένιος σκέφτηκε μήπως είχε έρθει νωρίτερα είδε πως ήταν μόνη κι έφυγε αλλά ήξερε πως το πιο πιθανό είναι πως ούτε εμφανίστηκε ούτε είχε σκοπό να εμφανιστεί. Ζήτησε από τον μπάρμαν να του βάλει ένα δεύτερο ποτό και έβγαλε το τηλέφωνο του να της στείλει μήνυμα. Δεν το απάντησε ποτέ. 
Πίσω του ο μπάρμαν συζήταγε με τον σερβιτόρο για την κβαντομηχανική και την αστροφυσική που εχει μάθει από το ίντερνετ, διπλα του ο ένας κουστουμάτος εξηγούσε στον άλλον πως η γκόμενά του έχει βάρδια σήμερα οπότε το πεδίο είναι ελεύθερο, στην είσοδο ένα νεαρό ζευγάρι έκανε να μπει αλλά κατάλαβε πως δεν ταιριάζουν με το περιβάλλον και φύγανε, έξω τα αμάξια περνούσαν ασταμάτητα και μέσα η μουσική συνέχιζε μονότονα.
Μόλις πήγε 10 και μισή το πήρε απόφαση πως θα είναι μόνος του και απόψε και σηκώθηκε κι έφυγε και στη διαδρομή για το σπίτι του το μόνο που σκεφτόταν ήταν η δυσωδία από τα σκουπίδια και ο πόνος που θα νιώσει εάν το δόντι του θέλει όντως απονεύρωση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου