Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Μομφή στους ποιητές | Σελάνα Γραίκα


Κάποιες φορές, με φαντασία περίσσια χτίζονται οι σχέσεις
μεταξύ των ποιητών. Αυτών που μπαίνουν στον ζυγό καλογερικής•
βαθιάς. Είναι εκείνοι που τα πράγματα κι ο χρόνος τους βιάζει,
κι οι εικοστέσσερις ώρες λίγες είναι, πάρα πολύ λίγες, σαν πάνε
με τον χρόνο τους και τις θεωρούν φορτωμένες με φρέσκον αέρα
και παραγεμισμένες φωνές άλλων.

Και είναι να τα φανταστεί κανείς, σαν αιλουροειδή, με τα λιγνά τους
πόδια ακουμπισμένα στο περβάζι του παραθύρου- τ’ αρσενικά,
και να σηκώνουνται όρθια με το τραβηγμένο πρόσωπο πίσω, όπως
και στα οικόσημα.

Ενώ δίπλα τους στέκουν μικρά κίτρινα γατιά, με καθαρά ήρεμα μάτια,
-τα θηλυκά, ακουμπισμένα στην πολυθρόνα και ξύνουνε την ράχη τους.

Δουλειά, δουλειά, δουλειά και σιωπή.
Που θάξεραν να μιλάνε όμορφα, να μπλέκουνε τον συλλογισμό γιρλάντα• από λουλούδια κι αγκάθια.
Αν αυτός πάλευε το σκοτάδι που ακολουθούσε- και θα το
ομολογούσε εντόνως, δρόμους στραβούς, αυτή θα καιγόταν σε πυρετό
ανεξήγητο, αλλά και για τους δυό ίδια η αιτία, ίδιος νεκρός. Όπως
μοιάζει φύλλο με φύλλο ή μάτι με μάτι.

Έξω δεν θα μιλούσαν της δουλειάς πολύ, γιατί τρόπους θάχαν ιδιαίτερους μεταξύ τους.
Μια σειρά από ημέρες δουλειάς, απ’ το πρωί ως την νύχτα αργά.
δίχως άλλη χαρά εξόν από ένα ύπνο βαρύ, πούχε τα όνειρα σπάνια
πολυτέλεια.

Την ώρα του γλυκού θα διάβαζε βιβλίο και θα το πετούσε, ένα τσιγάρο
θάναβε  και θα το έσβηνε αμέσως. Ενώ έξω από το σπίτι τους, θάχαν
βάλει ένα σημείωμα που θα ανέφερε ρητά και κατηγορηματικά:
Δεχόμαστε τις Τρίτες, ανάμεσα στα λιβανίσματα των γυναικών,
και στο κιτρίνισμα των αρσενικών. Θα τον ικέτευε να διώξουνε
από το σπίτι τους όλους τους ξένους, τους φίλους που θα μπαινόβγαιναν
σαν θέλανε, και θορυβούσανε εντόνως.  Συζητούσαν και δούλευαν,
θα έλεγε κάποιος.

Άμα τους παίδευε κάτι θα ήταν γιατί το θεωρούσαν ξέχωρο της δουλειάς,
του εαυτού τους. Άδικο επομένως ή παράξενο δεν θα ήταν που δεν θα
 έρχονταν κανείς να θαυμάσει. Ή αδιαφορία των άλλων είναι και αυτός
ένας κόσμος, γιατί ζεις έξω απ’ τον κόσμο και αυτούς που δεν ξέρεις.
Να αναφέρω εδώ, πως δεν ήταν υποκρισία η γαλήνη αντίκρυ στον
θαυμασμό, όταν τον ρωτούσε θα ήθελε γάλα στον καφέ ή ζάχαρη,
αν θα φορέσει το θαλασσί πουκάμισο, αν αγόρασε βιβλία ή αν
άλλαξε στις γλάστρες το καστανόχωμα.

Και σαν παιδί που το χαλάσαν το παιχνίδι, κι όπως ένα παιδί που
εξαντλήθηκε η υπομονή του, θα κρατούσε την υπόσχεσή του και δεν θα γύριζε.
Θα ήταν επομένως ντροπή να καταφύγει εκείνη ακόμα και στον λυρισμό,
στην πειθώ, στην βία ή την εκδίκηση να τον κρατήσει πίσω.
Πια και εκείνη δεν θάταν κτήμα κανενός. Από την δύναμη,
την συγκέντρωση του εαυτού της όλο και ξεπήδαγε τ’ αλλόκοτο.
Τα μάτια στεγνά και το μέτωπο ξάστερο.

Σαν άρρωστος που μόλις έχει μπει στον δρόμο της υγείας και θέλει
μόνο να τον αγαπούν και να του χαλογελάνε, να μην φέρνουν τίποτε
από τον πόνο του μυαλού, η μέση της χωρίστρας ντυνότανε απλά
και περπατούσε ήσυχα…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου