Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Πρωινό στο κρεβάτι | Έβα Γκρην

Αυτό το κείμενο είναι creepy. Ο ίδιος ο έρωτας είναι creepy. Τουλάχιστον εμένα με φρικάρει. Όχι πως τάχα έχω κάποιο πρόβλημα μαζί του, πως τάχα δε τον γουστάρω, αλλά να, είναι που δεν μπορώ να τον διαχειριστώ και με γαμάει. Έπειτα, είναι που ποτέ δε τα βρήκαμε εμείς οι δύο. Σήμερα, λοιπόν, θα σας μιλήσω για τον ύπνο. Τα ‘χει πει όλα ο Μίλαν, δικιά μου. Τι άλλο άφησε να μας πεις εσύ; Θα μου πεις και θα γουστάρω. Θα γουστάρω που ‘χουμε διαβάσει το ίδιο βιβλίο. Θα γουστάρω που ‘χουμε μοιραστεί μια τάχα κοινή έμπνευση. Όχι, πως τάχα όλοι καταλαβαίνουν το ίδιο. Όχι, πως τάχα όλοι μπορούν να τον καταλάβουν, ή και θέλουν να τον διαβάσουν. Ειδικά τούτο. Με θυμάμαι έφηβη ακόμα να το σνομπάρω βλέποντάς το πλάι στη στοίβα από άρλεκιν που ‘χε η μάνα μου, τη στοίβα με βιβλία παραλίας που δε λείπει από κανένα σπίτι. Μέχρι και βιβλίο τουαλέτας το χα χαρακτηρίσει. Και να ‘μαι εδώ να με φρικάρω. Και να ‘μαι εδώ να φρικάρω σκεπτόμενη τι είχε πει ο τύπος. Η ώρα είναι περασμένες τρεις, αλλά εγώ δε κοιμάμαι. Έχω δουλειά στον υπολογιστή. Εκείνα τα γαμημένα πρότζεκτ. Εκείνη η δουλειά. Θα με φάνε κάποια μέρα, το ξέρω. Πλήττω. Γυρνάω και σου ρίχνω δύο κλεφτές ματιές, ενώ στέκεσαι γυμνός στο κρεβάτι μου. Άντε να συνεχίσω. Φέρνω στο μυαλό τις στιγμές από χθες. Τα ταξίδια που κάναμε το προηγούμενο βράδυ. Ανάσες με το στόμα, μικρές αυθόρμητες κινήσεις των δύο σωμάτων. Μια αέναη πάλη, μια γαμημένα άρρωστη συνήθεια. Μια συνήθεια αλλιώτικη από εκείνες που μισώ. Μέρες τώρα παλεύω να σε διώξω από το κρεβάτι μου, μέρες τώρα αναρωτιέμαι γιατί σε κρατάω. Εννοώ… Ξέρεις δε το συνηθίζω. Με τρομάζει το πόσο σε γουστάρω. Πίνω μια τζούρα από τον καφέ και ανάβω τσιγάρο. Γυρνάω και σε ξανακοιτάω. Η μεγαλύτερη δικτατορία όλου του κόσμου μέσα σε τούτη η στιγμή. Η στιγμή που βλέπεις τον άλλο να κοιμάται μακάρια, ενώσω το δικό σου μυαλό τρέχει. Όσο σε κοιτάω τόσο περισσότερο σε γουστάρω. Όσο σε κοιτάω, τόσο περισσότερο δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Από τη μία να μη θέλω να σε ξυπνήσω και από την άλλη να νιώθω την καύλα να μου γαμάει το κεφάλι. Θα πετάξω τα ρούχα στο πάτωμα και θα τρέξω να κάνω ένα κρύο ντους να συνέλθω. Ύστερα θα έρθω και θα χωθώ στην αγκαλιά σου, μούσκεμα. Μούσκεμα από το νερό και από την καύλα. Δε θέλω να σε ξυπνήσω. Βάζω το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια και σε κοιτάζω. Πόσο γαμάει το να σε βλέπω.
Τότε εσύ θα το καταλάβεις. Θα μισοανοίξεις τα μάτια και θα γυρίσεις να με κοιτάξεις. Θα χαμογελάσεις με εκείνο το ύφος που ξέρεις ότι με καυλώνει κι ύστερα θα χωθείς ανάμεσα στα πόδια μου. Μόλις νιώσω τη γλώσσα σου, θα έρθει και ο πρώτος σπασμός. "Σε θέλω. Σε θέλω.". Ύστερα θα μπεις μέσα μου, και θα με πάρεις αγκαλιά. Και δεύτερος σπασμός, και τρίτος.
Μέχρι που θα παραλύσω εντελώς στα χέρια σου και κουρασμένοι πια θα πέσουμε για ύπνο. Αγκαλιά. Ναι, για αυτή την αγκαλιά γίνονται όλα. Την αγκαλιά μετά τον ύπνο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου