Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Παρανόηση | Ανδρέας Παπάζογλου

Όταν ήρθε το είδαν να ξετυλίγεται απ' το ταβάνι
ή να θολώνει τον καθρέφτη του καθιστικού
Κορδέλα στα μαλλιά κάποιου τρελού
ή οπλισμένος εραστής
Σκαρφαλωμένοι στον ήλιο οι μισοί, 
οι άλλοι κρεμασμένοι, 
έγειραν επιτέλους το κεφάλι και κατάλαβαν

Όταν ήρθε βρωμοκοπούσε άφεση και μνήμες
Στάχτη σε παιδικά κρεβάτια
ή μέλι στα κρεματόρια τ' ουρανού 
Πέρα ένα πλοίο ξεφόρτωνε
Ακόμη μακρύτερα ένας φάρος γκρεμιζόταν
Και στην πέρα γωνιά του σύμπαντος
αγύρτες λυτρωτές μοίραζαν βλέννα και χαρτοπόλεμο

Ξάπλωσα τότε πλάι στη θάλασσα ν' ακούσω τον Θεό
Μα δυο παιδιά με κάτι πλαστικά φτυαράκια
γέλασαν και μ' έθαψαν στην άμμο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου