Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Νιώθω | Έβα Γκρην

Ήταν ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα. Σαν όλα τα άλλα που περνούσε τάχα με φίλους και έκανε πως διασκέδαζε. Γούσταρε να είναι η ψυχή της παρέας. Να λέει πάντα τις μαλακίες του για να κάνει τον κόσμο να γελάει. Ιστορίες και ιστορίες είχε να διηγηθεί. Αληθινές και ψεύτικές. Απλά για να τους διασκεδάζει. Κι ας γελούσαν με την πάρτη του. Διόλου δε τον ένοιαζε. Εκείνο που χε σημασία ήταν ότι εκείνοι ήταν χαρούμενοι. Κι εκείνος παραμυθάς. Από εκείνους που θέλουν να βλέπουν τον κόσμο χαρούμενο, που θέλουν τάχα να κάνουν τον κόσμο να ξεχνά. Και να ξεχνιέται κι αυτός μαζί τους. Να χάνει τον εαυτό του και να χάνεται.
Ακόμα και εκείνη τη νύχτα. Εκείνη τη νύχτα που την περίμενε να έρθει. Είχε μαζέψει κόσμο σπίτι από νωρίς. Έλεγε, έλεγε. Και τι δεν έλεγε το στόμα του. Πόσες ιστορίες είπε για να ξεχάσει το πόσο ήθελε να την δει. Πόσες μαλακίες. Ύστερα, μόλις ο κόσμος έφυγε έμεινε στο πατζούρι να ακούει τα αμάξια να περνούν. Ήταν σίγουρος πως θα ερχόταν. Ήταν σίγουρος πως κι εκείνη ήθελε να τον δει. Ήταν σίγουρος… Όμως όχι. Τούτη του η σιγουριά γίνηκε απογοήτευση. Εκείνη τη νύχτα έκλαψε τόσο πολύ που δεν έμεινε στάλα δάκρυ στα βλέφαρά του. Που τάχα δεν έμεινε στάλα συναίσθημα για τίποτα. Έμπηξε τα νύχια στο δέρμα, ξέσκισε τη σάρκα του. Άδειασε. Γιατί κατάλαβε. Κατάλαβε. Εκείνη την νύχτα συνειδητοποίησε πόσο τάχα την αγάπησε. Και δεν ήταν τόσο το ότι δεν ήρθε. Ήταν πολύ περισσότερο που ένιωθε. Ένιωθε. Την αγαπούσε. Την αγάπησε.
Χρόνια και χρόνια πάσχιζε με τούτο το καταραμένο συναίσθημα. Χρόνια και χρόνια προσπαθούσε να το ξεράσει στην τουαλέτα σαν κάποια τάχα βλαβερή ουσία που χε φάει. Κι αυτό το γαμημένο δεν έλεγε να πεθάνει. Και αυτό εκεί. Να του τρώει μέρες και νύχτες. Και νύχτες.
Είχε χρόνια να νιώσει τόσο μαλάκας. Βαθιά μέσα του το γούσταρε που ένιωθε. Βαθιά μέσα του γούσταρε ακόμα και που πονούσε. Ο εγωισμός του τον είχε στήσει στον τοίχο τον έδειχνε και γελούσε. Και αυτός μέσα στην τόση του θλίψη γελούσε κι αυτός μαζί του. Νιώθω. Νιώθω. Επαναλάμβανε και γελούσε μέσα στην τόση του παραφροσύνη. Κι αν τάχα εκείνη δεν ήρθε, μάλλον δεν κατάλαβε. Τούτο τον έθλιβε λίγο. Μα ήξερε. Ήξερε πως οι άνθρωποι πάντα καταλαβαίνουν αυτά που θέλουν. Κι αν εκείνη δε κατάλαβε, ήταν που δεν ήθελε να καταλάβει.
Σκούπισε τα μάτια του - οι άντρες δε κλαίνε, γέλασε κρυφά. Μάζεψε τα γυαλιά από το σπασμένο ποτήρι, έριξε λίγο οινόπνευμα στις πληγές του, χαμογέλασε, και γέλασε. Γέλασε τόσο με τούτο το συναίσθημα. Ακόμα και αν έλειπε κάτι από την αγκαλιά του, ακόμα και αν τάχα εκείνη δεν ήταν εκεί, εκείνος είχε νιώσει. Και αυτό του ήταν αρκετό.




1 σχόλιο: