Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Η στύση μου, ΕΣΥ. - Έβα Γκρην

Μέρες τώρα με παρακαλάς να σου πω αυτά που σκέφτομαι. Μέρες τώρα θες να ανοιχτώ, να σου πω τάχα πως σε θέλω, πως σε έχω ερωτευτεί, δε ξέρω τι σκατά γυρεύεις να ακούσεις. Ποια τάχα ιστορία να σου πω για να πιστέψεις. Μέρες τώρα ψάχνω τον εαυτό μου να σκαρώνει ατάκες, να ψάχνει να βρει τι θα σου πει για να σε κερδίσει. Κι ας λες ότι σε έχει ήδη κερδίσει, αυτό ποτέ δε του ήταν αρκετό. Πρωί βράδυ σκέφτεται τι θα σου πει, τι θα σε κάνει να τον θαυμάσεις κι άλλο. Ώρες-ώρες τον πιάνω να αγωνίζεται να κάνει την υπέρβαση, να θέλει να πάει ένα βήμα πιο πάνω για να σε εντυπωσιάσει, άλλες ώρες πάλι τον κόβω αδιάφορο να σκέφτεται σαν την αλεπού του Αισώπου. Να ξεμένει από ιστορίες και να παλεύει να σε ξεχάσει, αφού δε μπορεί να σε σκεφτεί κάτι έξυπνο. Αυτές τις ώρες είναι που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τις διαφορές μας. Ξέρεις, εσύ καλλιτέχνις, εγώ πραγματιστής. Τι να σου εξηγώ; Δε θα καταλάβεις. Λες και έχει σημασία να καταλάβεις. Λες και ξέρω τι είναι τούτο που πρέπει να σου εξηγήσω. Τη μισή μου μέρα τη δαπανώ στη λογική και την άλλη μισή ψάχνοντας τις λέξεις να σου πω αυτό που έχω στο μυαλό.
Ξέρεις, δε το γουστάρω καθόλου τούτο το χάος. Όλη μέρα να προβάρω στον καθρέφτη τις λέξεις, όλη μέρα να μου φαίνομαι γελοίος. Όταν πια σε βλέπω τα χάνω εντελώς. Δε ξέρω τι είναι αυτό που γυρεύεις να ακούσεις. Δε ξέρω ποιες λέξεις θα μπορούσαν να το χωρέσουν. Ξεκινάω πάντα με την λέξη "καύλα". Ύστερα φοβάμαι πως θα σου ακουστεί χυδαία και τη μουτζουρώνω όπως-όπως. Συνεχίζω γράφοντας "έρωτας". Το σβήνω και αυτό παλεύοντας να καταπνίξω τον Λειβαδίτη που κρύβω μέσα μου. Ανάβω τσιγάρο και σε φέρνω στο μυαλό, μήπως μπορέσω να το αποδώσω καλύτερα. Τότε σκάνε στο μυαλό όλες εκείνες οι παραισθήσεις που ΄χουμε ζήσει. "Στύση", "ΣΤΥΣΗ", ρε μωρό μου, "Στύση". Αυτό μου φέρνει η σκέψη σου. Και δεν είναι από εκείνες τις συνηθισμένες "στύσεις". 


Είναι η "στύση" που μου φέρνουνε τα μάτια σου. Εκείνη η γαμημένη "στύση" που μου φέρνει το χαμόγελό σου. Αυτή η γαμημένη καμπύλη στο πρόσωπό σου. Αυτή η καμπύλη που θέλω να βλέπω όταν ξυπνάω. Αυτή η καμπύλη που θέλω να είμαι ο λόγος που υπάρχει. Κι ύστερα εκείνη η αγκαλιά όταν είμαι μέσα σου. Η αγκαλιά όταν σε νιώθω μούσκεμα, να παλεύεις να σωθείς πότε από εμένα και πότε από τον εαυτό σου. Εκείνη η αγκαλιά που γυρεύεις να χωθείς εξουθενωμένη. Εκείνη η αγκαλιά. Το δέρμα σου. Να κοιτάζω μόνο το δέρμα σου. Κι ύστερα να μυρίζω το άρωμα σου. Όχι, γάμα και τα σανέλ και τα πράντα και τον υβ σεν λοραν, πως σκατά τα λες. Δε μιλάω γι' αυτό. Για εκείνο το γαμημένο άρωμα που χει ποτίσει η σάρκα μου, που 'χουν ποτίσει τα μαξιλάρια και δε λέει να φύγει. Γι' αυτό μιλάω. Για τις κινήσεις που κάνεις με τα χέρια όταν μιλάς. Για εκείνο το αμήχανο βλέμμα, όταν δε ξέρεις τι να απαντήσεις. Για εκείνο το χαμόγελο. Ναι, το χαμόγελο. 
Πολύ περισσότερο για εκείνες τις στιγμές. Για τις στιγμές που γινόμαστε για λίγο άνθρωποι. Για τις στιγμές που ζούμε. Για όλα εκείνα που μας κάνουν να ενθουσιαζόμαστε, να νιώθουμε να ερωτευόμαστε, για εκείνες τις γαμημένες λαμαρίνες που δαγκώσαμε, για τα τσιγάρα που καπνίσαμε-μαζί ή χώρια, μαζί. Και πολύ περισσότερο για όλα εκείνα τα βράδια που καιγόμαστε από τον πόθο και την προσμονή. Για όλα εκείνα που μας έχουν κάνει να νιώθουμε άνθρωποι. Για όλα τούτα σε γουστάρω. Και για άλλα τόσα που κάνουν το γραπτό να δείχνει λίγο και μικρό, που το κάνουν να δείχνει ανούσιο.
Θα με πάρεις τηλέφωνο. Και αυτό θα είναι αρκετό για να χαμογελάσω. Ακόμα και αυτό γουστάρω σε σένα, φαντάσου. Η φωνή σου. Ναι, η φωνή σου. Το πιο γαμημένα ροκ άσμα. Εσύ, μόνο εσύ. Η "στύση" μου, ΕΣΥ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου