Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

"Δε λες κουβέντα" | Μια ταινία για το Ρεμπέτικο

Ο Ιταλός παραγωγός  Thomas Kunstler, εμπνευσμένος για μια ακόμη φορά από την ελληνική ιστορία και τη μουσική, δημιουργεί μια υπέροχη ταινία μικρού μήκους γυρισμένη με την τεχνική του stop motion, στην οποία και ειδικεύεται .Με την συντροφιά του Μίλτου Κουτρούμπα να ενορχηστρώνει και να απογειώνει με την σειρά του αυτήν την εξαιρετική παραγωγή. Μια ταινία ντυμένη με ατόφια ιστορία, πόνο και σεβασμό για το ρεμπτέτικο. Πρωταγωνιστές της ταινίας; Ιδιαίτερες κούκλες που ζωντανεύουν τους ήρωες του μεσοπολέμου, ερωτεύονται, τραγουδούν και πονούν. Αδιαμφισβήτητα έξι λεπτά χαρακτήρα και μεστής δημιουργίας.



Καλησπέρα παιδιά και καλώς ήρθατε στην σελίδα μας. Πριν επεκτείνουμε παραπάνω θα ήθελα να μου μιλήσετε λίγο για εσάς, να μου δώσετε την δικιά σας μίνι αυτοβιογραφία. Ποιοι είστε, με τι ασχολείστε, ποια η ιδέα πίσω από αυτή την όμορφη δουλειά;

Μ.Κ: Καλησπέρα Γιώτα, ευχαριστούμε για την φιλοξενία απόψε και που μας προσέγγισες έτσι ζεστά και όμορφα. Εμένα με λένε Μίλτο Κουτρούμπα, κλείνω τα 23 όπου να’ναι, γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα και μένω στην Νέα Φιλαδέλφεια όπου και έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Την αγαπάω την πόλη μου, είναι κομμάτι μου, παρ’όλες τις ανασφάλειες και τις τάσεις φυγής που μπορεί να έχει ένας νέος άνθρωπος. «Ο τόπος σου είναι η μοίρα σου» λέει ένας φίλος μου σε ένα τραγούδι του και τα λέω όλα αυτά γιατί φιλοδοξώ να γίνω ένας αξιόλογος μουσικός και η δημιουργία, η μουσική σύνθεση, συνδέεται έντονα με την καταγωγή, το βίωμα και τον αέρα που ανασαίνεις, όπως καταλαβαίνεις. Πέρα από τις φιλοδοξίες, δουλεύω σε έναν πολύ όμορφο καλλιτεχνικό χώρο ως δάσκαλος πιάνου, χορωδιών και μουσικοκινητικής, το Μουσικό Παράθυρο και παράλληλα συνεχίζω τις σπουδές μου πάνω στην σύνθεση, στον ίδιο χώρο. Για το τελευταίο που ρώτησες, καλύτερα να απευθυνθείς στον φίλο μου, μιας και δικιά του ήταν η όλη πρωτοβουλία.

T.K: Γεια σας, είμαι ο Thomas Είμαι 24 και κατάγομαι από την Ιταλία. Τελείωσα το γυμνάσιο στη χώρα μου και μετακόμισα στην Αγγλία όπου σπούδασα BA Film Production στο Πανεπιστήμιο για τις δημιουργικές τέχνες της Farnham, εστιάζοντας στο ντοκιμαντέρ. Στα τελευταία 2 χρόνια μου στο Πανεπιστήμιο γνώρισα 2 Έλληνες που μου σύστησαν σιγά-σιγά την ελληνική κουλτούρα, τη μουσική, το φαγητό. Από τότε πηγαίνω στην Αθήνα πολύ συχνά, έμαθα λίγο την ελληνική γλώσσα και πλέον η Αθήνα είναι το δεύτερο μου σπίτι.

Thomas θα θέλαμε να μάθουμε για την τέχνη του stop motion. Μια τεχνική που καταγράφεται στην κινηματογραφική παραγωγή σου.

T.K: Ξεκίνησα να κάνω τα πρώτα μου plastiline stop-motion βίντεο με κινούμενα σχέδια όταν ήμουν 14 χρονών. Για την ακρίβεια κοιτώντας πίσω στα παλιά μου βίντεο φτιαγμένα στην αψίδα των 10, βλεπω τον εαυτό μου να μεγαλώνει μέσα από αυτά. Τα πρώτα μου βίντεο ήταν αρκετά καρτουνίστικα και σιγά-σιγά έγιναν πιο ουσιαστικλα, εσωστρεφής και ας το πούμε πιο dark. Αντανακλούν έτσι κάθε στάδιο της ζωής μου. Με το πέρασμα του χρόνου το stop-motion έγινε κυρίως κάτι θεραπευτικό για μένα. Κάθε φορά που δεν αισθάνομαι καλά, συγκαλύπτω όλα τα συναισθήματά μου σε ένα βίντεο.


Γιατί κούκλες και όχι άνθρωποι;

T.K: Η πιο εύκολη απάντηση θα ήταν ο χρόνος και το χρήμα. Αν ήθελα  δηλαδή να κάνω το «Δε λες κουβέντα»  με αληθινούς ηθοποιούς θα μου κόστιζε μια μεγάλη ποσότητα χρημάτων και φυσικά χρόνου, τον οποίο δεν έχω.  Απλά σκέψου τα κοστούμια, τους κομμωτές, τον φωτισμό... Με αυτό τον τρόπο, η παραγωγή κούκλων, όλο το σετ, είναι πάνω στο γραφείο μου και μπορώ να κάνω τα πάντα από μόνος μου από το να πάω να αγοράσω πλαστελίνη για το τελικό μοντάζ..

Τι αντιπροσωπεύει για εσένα μια σημαντική περίοδος της Ελλάδας όπως αυτή του μεσοπολέμου και η απαρχή του Ρεμπέτικου, πως επεμβαίνετε και καταγράφετε την «πραγματικότητα» μέσα από την κίνηση και την θέαση αναπαραστατικών κούκλων.

Τ.K: Διάλεξα την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο επειδή η ιστορία με ανάγκασε.  Ήθελα πολύ ο κύριος χαρακτήρας μου να είναι ένα παιδί στην Σμύρνη το 1922. Ως εκ το ύτου θα ήταν στα μέσα του 30’ την περίοδο του μεσοπολέμου. Στην ιστορία δεν υπάρχει παραλληλισμός με τη σημερινή Ελλάδα, με τους Σύριους πρόσφυγες η κάτι τέτοιο, φυσικά καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι αρκετά κοντά και να γίνεται εύκολα αυτή η σύγκριση. Αλλά ειλικρινά ο μοναδικός συμβολισμός είναι ανάμεσα στην ιστορία καθ΄ αυτή και στην δική μου προσωπική ζωή.

Θεωρείτε ότι στην χώρα μας ως θέαμα, είναι «υποβαθμισμένη και μη βιώσισ χόην Ελλάδα; ή να ανθοένη» και μη βιώσιμη η παραγωγή ταινιών μικρού μήκους;

Τ.K: Δυστυχώς, δεν ξέρω τίποτα για την κατάσταση των ελληνικών ταινιών μικρού μήκους.

M.K: Θα σου πω τι γίνεται με αυτού του είδους τις ταινίες και θα σου μιλήσω ως ένας μέσος Έλληνας σινεφίλος, που ούτε είναι σχετικός με αυτόν τον χώρο, ούτε θα απορρίψει κάτι εύκολα πριν το δει. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω δει μικρού μήκους ταινία, και μάλιστα ελληνική, πέρα από αυτές που έχω γράψει μουσική. Δηλαδή, θέλω να πω πως άμα δεν είσαι παθιασμένος με τον κινηματογράφο, δεν υπάρχει εύκολα η προοπτική να δεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν θα το προωθήσει κανείς. Επίσης, έχω πολλούς λόγους να πιστεύω πως οι άνθρωποι που φτιάχνουν μικρές ιστορίες και τις χωράνε σε 6 ή σε 10 λεπτά, δεν έχουν όνειρα να κάνουν αυτό ακριβώς. Οι περισσότεροι είναι φιλόδοξοι σκηνοθέτες που, όπως και να το κάνουμε τους λείπει το κεφάλαιο για μια καλή παραγωγή και αναγκάζονται να περιοριστούν σε κάτι φθηνό που ίσως να μπορούν να δημιουργήσουν εξ’ολοκλήρου μόνοι τους. Και μην νομίζεις πως οποιοσδήποτε απ’αυτούς εισπράττει έστω και 1 ευρό για τον κόπο του, τους αρκεί η καλλιτεχνική ικανοποίηση. Θα στο επιβεβαιώσει και ο Τόμας.


Θα σας ενδιέφερε κάποιο φεστιβάλ κινηματογράφου μετά από αυτή την ιδιαίτερη νέα δουλειά;

Τ.K: Φυσικά, θα μας ενδιέφερε, αλλά το πρόβλημα είναι ότι μόλις αυτά τα βίντεο δημοσιοποιούνται είναι πολύ δύσκολο να γίνουν δεκτά σε τέτοια φεστιβάλ. Ωστόσο αποφάσισα τις δουλειές μου να τις απελευθερώνω στο διαδίκτυο καθώς πιστε
.K: ﷽﷽﷽﷽﷽ο νεμπιάς μου μέσα απ΄δ ύω
.K: ﷽﷽﷽﷽﷽ο νεμπιάς μου μέσα απ΄δ ότι σε αυτό το στάδιο θα μπορούσα να έχω ένα καλύτερο αποτέλεσμα εξάπλωσής της μέσα από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης εκτός Ελλάδας πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν για το Ρεμπέτικο και το νόημά του.

M.K: Η αλήθεια είναι πως στην αρχή σκοπεύαμε να το στείλουμε σε κάποια ελληνικά και κάποια ιταλικά φεστιβάλ, αλλά αποφασίσαμε τελικά να το επικοινωνήσουμε ιντερνετικά στον κόσμο. Έχω ξαναστείλει μουσική μου σε φεστιβάλ και έχω την αίσθηση πως αυτές οι διοργανώσεις έχουν μια τάση εσωστρέφειας. Νομίζω δηλαδή πως σε κάθε άλλη περίπτωση, ίσως να μην είχε τέτοια αποδοχή το φιλμ και ίσως να μην κάναμε αυτήν την συνέντευξη τώρα.

Ο κόσμος του θεάματος, για να επιβιώσει, θεωρείτε πρέπει ν' αλλάζει, να ανθίζει;

Τ.Κ: Και πάλι, παρά την αγάπη μου για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό δεν είμαι σε θέση να κρίνω την κατάσταση. Θα μπορούσα να σας πω για την ιταλική σκηνή και νομίζω ότι το επίπεδο είναι πολύ χαμηλό, απλά κοιτάξτε την γενική τηλεόραση, αυτό είναι ενοχλητικό. Είμαστε έτη φωτός μακριά από χώρες όπως η Αγγλία.

M.Κ: Άμα εννοείς την βιομηχανία του θεάματος νομίζω πως το μόνο που δεν κάνει είναι να ανθίζει.Να αλλάζει? Ναι, σύμφωνοι. Η αλήθεια είναι πως πρέπει να επιβιώσει, γιατί μιλάμε για επιχειρήσεις, αλλά προκειμένου να γίνει αυτό πρέπει να βρει ένα μέσο να μιλήσει στον θεατή του σήμερα, για του οποίου το γούστο και την αισθητική αμφιβάλλω λίγο. Δες ας πούμε πόση ζεστασιά βγάζανε οι ταινίες του 80 και του 90, οι Χολιγουντιανές, και δες τι υπερπροσπάθεια γίνεται σήμερα για να φτιαχτεί ένα ζεστό σκηνικό. Βέβαια, το καλό είναι πως ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος είναι αξιόλογος και σήμερα και πρωτοπορεί ακόμα.




(…)Αλλά, πόσο Ρεμπέτικο έχει η παράδοσή μας; Αν παράδοση είναι αυτό που έχουμε να παραδώσουμε, ελάχιστο. Κι έχουμε να παραδώσουμε ελάχιστο ρεμπέτικο, όχι σαν επιστημονική, εθνομουσικολογική, ή δισκογραφική καταγραφή, ούτε σαν μια μουσική που μέχρι σήμερα θα ‘πρεπε να παίζει ίδια κι απαράλλαχτη (τέτοιες αδιαλλαξίες ποτέ δεν ευδοκίμησαν εδώ), αλλά σαν ζωντανό φως που συνεχίζει μέσα σ’ ένα δρόμο αλήθειας να εξηγεί το σύμπαν με κραυγές. (Τα ρεμπέτικα, ένα ταξίδι στο λαϊκό, αστικό τραγούδι των Ελλήνων, Παναγιώτης Κουνάδης). Ποια είναι η δίκια σας άποψη;

Τ.Κ: Φυσικά, αν με τον όρο Ρεμπέτικο αναφερόμαστε στoυς Μάγκες που τρέχουν από την αστυνομία μεταφέροντας πάνω τους ένα μικρό Μπαγλαμά κάτω από το σακάκι, το κάπνισμα χασίς και ηρωίνης, τότε αυτό είναι αρκετά μακριά από την σημερινή κοινωνία.  Και η ίδια η μουσική όταν ασχολείται με ορισμένα θέματα Ρεμπέτικου, τα αποτελέσματα είναι το ίδιο μακριά. Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε το θέμα αλλά προφανώς δεν μπορούμε να σχετιζόμαστε με αυτό. Παρ 'όλα αυτά το πόσο μακριά στον χρόνο είναι τα ελληνικά παραμύθια; Χιλιάδες χρόνια, αλλά ακόμα και σήμερα μπορούμε να κατανοήσουμε το περιεχόμενο και τα συναισθήματα πίσω από την ιστορία του Ενδυμίωνα και της Σελήνης.

Το Ρεμπέτικο ασχολείται με τα διαχρονικά συναισθήματα επίσης. Αυτή η «γλυκιά» απόγνωση που βγάζει .

Προσωπικά πιστεύω ότι αντανακλά το πολύ περίεργο ελληνικό δώρο του αισθήματος χαράς στον πόνο. Δεν κάνω τα βίντεό μου απλά για να περάσει η ώρα. Κάνω τα βίντεο μου επειδή έχω ένα μεγάλο βάρος στο εσωτερικό μου. Μου αρέσει να τα σκέφτομαι σαν  το Ζεμπέκικο. Η όλη διαδικασία του είναι καθαρτική, είναι ένας τρόπος για να καθαρίσει τον εαυτό μου για όλη τη θλίψη που αισθάνομαι και τη στιγμή που τα εξεφράζω, είναι σαν να στέκονται όλοι όρθιοι στη μέση της ταβέρνας και  να χορεύουν το δικό μου ζεμπέκικο, δείχνοντας έτσι σε όλους τον εσωτερικό μου κόσμο. Αυτό παραμένει το Ρεμπέτικο του 2016.

M.K: Δεν έχει και άδικο και είναι απόλυτα υγιές να έχει τέτοια πορεία μια μουσική που σταμάτησε να ανασαίνει σαν ζωντανός οργανισμός πριν από 60 χρόνια. Το στίγμα του όμως έχει διασωθεί πεντακάθαρα σε κάθε είδους ελληνική μουσική και ίσως να είναι αυτός ο αυτοσκοπός του Ρεμπέτικου. Φαντάσου πόσο παράλογο θα ήταν να βιώναμε αυτήν την μουσική ακόμα, ίδια και απαράλλαχτη τόσα χρόνια. Έχει την ομορφιά του κάτι να γεννιέται, ν’ανθίζει και να πεθαίνει...

Ποιά η Ελλάδα του τότε και ποια του τώρα;

T.K: Είναι πολύ δύσκολο να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα  χωρίς να πέσω σε στερεότυπα και φράσεις που ακούγονται εδώ και εκεί. Δεν νομίζω ότι η γνώμη μου θα είχε σημασία ή να προσθέσω κάτι σημαντικό σε ένα τέτοιο περίπλοκο θέμα ...
Μετά από όλα είμαι Ιταλός, αυτό θεωρώ,  σπίτι μουα  την αψίδα των 10, βλεπωότι θα μπορούσε να είναι ένα θέμα για έναν φοιτητή κοινωνιολογίας.
                                                                                                                                                
Μ.Κ: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου είναι πονεμένο κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας και μετά ήρθαν και χειρότερα. Ο κόσμος τότε είχε γονατίσει, ήξερε τι σημαίνει πάτος. Εθνικός διχασμός, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική καταστροφή, Ά Παγκόσμιος κτλ. Εμείς σήμερα δεν περνάμε εύκολα ως οι παρακατιανές κατσαρίδες-πειράματα της Ευρώπης (αν και πάντα τέτοια θέση κατείχαμε στην υδρόγειο), αλλά είμαστε πολύ μακρυά από το να φτάσουμε στην εξαθλίωση του τότε, να πεινάσουμε πραγματικά. Και μην ξεχνάς πως ρεμπέτικο υπήρχε και μέχρι τα μέσα του 50, ώσπου εξελίχθηκε σε αρχοντορεμπέτικο και έπειτα σε λαϊκό, και σε αυτές τις εποχές υπήρχε κάτι χειρότερο από την εξαθλίωση. «Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες». Τα περισσότερα θύματα από πόλεμο η Ελλάδα τα είχε στον Εμφύλιο, μιλάμε για εθνικό τάφο. Όπως καταλαβαίνεις σήμερα έχει ακόμα αντοχές ο Έλληνας και δυστυχώς δεν είμαι ο μόνος που το συνειδητοποιεί ... Πέρα απ’αυτά, αρκεί μια  τυχαία ασπρόμαυρη φωτογραφία από καμιά γειτονιά της τότε Αθήνας ή ένα τραγούδι του Αττίκ για να φουσκώσεις από Ελλάδα. Με συγκινεί αφάνταστα η απλότητα, η ομορφιά και η ελληνικότητα του τότε που με τίποτα δεν μπορώ να ισοσκελίσω σήμερα.



Πάμε να μιλήσουμε όμως για την εξαιρετική μουσική ενορχήστρωση της ταινίας και παραδίδω τα ηνία στο μαέστρο. Όταν σου έγινε πρόταση για την σύνθεση της ταινίας, αλλά πρωτίστως όταν άκουσες την όλη ιδέα της ταινίας πως αντέδρασες;

Μ.Κ: Το αστείο της υπόθεσης είναι πως δεν ακολουθήθηκε η συνηθισμένη λογική διαδικασία που φαντάζεσαι. Ο Τόμας δεν μου πρότεινε ποτέ να συνθέσω μουσική για την ταινία. Είχε έρθει ως συνήθως στην Ελλάδα να το παίξει τουρίστας και είχαμε κατέβει στο κέντρο να πιούμε ούζα, στην Πλάκα. Στο τέταρτο καραφάκι, μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε στο μυαλό του να φτιάξει μια δεύτερη ταινία για μια ρεμπέτικη ιστορία (γιατί έχει φτιάξει κι άλλη) και μου άρεσε τόσο πολύ η ιδέα, που του δήλωσα πως θα έφτιαχνα την μουσική με το έτσι θέλω. Ενθουσιάστηκε και αυτός, τσουγκρίσαμε  και έτσι έγινε.

Ταπεινή μου γνώμη έχοντας στα χέρια σου μια τεράστια μουσική ιστορία, σχολείο για τον άνθρωπο, κατάφερες να την αποδώσεις και να την συνθέσεις τόσο περίτεχνα και ανάλαφρα που η αίσθηση και το άκουσμα του τότε πήρε σάρκα και οστά μέσα από την παραγωγή του Thomas.

Μ.Κ: Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια Γιώτα. Η αλήθεια είναι πως ήταν η πρώτη φορά που προσπαθούσα να γράψω κάτι σε τέτοιο ύφος. Δεν έχω ασχοληθεί πολύ με την αρμονία των λαδικών και ρεμπέτικων δρόμων, αλλά με κέρδιζε πάντα αυτός ο κόσμος. Πάντως, μουσικά δεν ακολούθησα ιδιαίτερα τα δικά τους κλισέ, ίσως γιατί όπως σου είπα δεν ήξερα ακριβώς. Η μελωδία αυτούσια ίσως να ήταν περισσότερο στα γούστα του Ξαρχάκου ή του Μίμη Πλέσσα, παρά του Παπαϊωάννου και του Μπαγιαντέρα. Παρ’όλα αυτά, ήμουν τυχερός γιατί έτυχε να γνωρίζω ένα πολύ αυθεντικό τρίχορδο μπουζούκι και πολύ ζεστό άνθρωπο, τον Ζαχαρία Γερασκλή, που αποτύπωσε με ρεμπετοπρεπή τρόπο την μελωδία και σε συνδυασμό με την απλή ενορχήστρωση (κιθάρα-μπουζούκι)  βγήκε το αποτέλεσμα που άκουσες.

Θεωρείτε ότι η τέχνη μπορεί να ποιήσει την πραγματικότητα, να επικοινωνήσει τα μηνύματά της, να ταράξει τις αισθήσεις και τα αισθήματα;

T.K: Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι το πιο  απώτατο πράγμα από την πραγματικότητα. Η τέχνη είναι κάτι ατομικό, η πραγματικότητα διαστρεβλώνεται από τον κάθε καλλιτέχνη. Μετά, αν ο δικός του τρόπος εσωτερίκευσης για τον κόσμο γύρω του είναι παρόμοιος ή τουλάχιστον κατανοητός από κάποιους άλλους ανθρώπους, τότε καλώς. Πάρτε κινούμενα σχέδια μου, δεν ισχυρίζομαι ότι αναπαράγουν την πραγματικότητα ή ακόμα και να είναι ιστορικά ακριβής. Τα βίντεό μου είναι μόνο τα αποτελέσματα της προσωπικής ζωής, ώρες που ξοδεύω να ακούω μουσική, μερικά βίντεο αναφοράς και πολλά τσιγάρα και ρακί καθισμένος σε ένα βρώμικο μπαρ του κέντρου με τον Μίλτο μέχρι το φως του ήλιου.

M.K: Η τέχνη είναι η απόλυτη αλήθεια,η έκθεση, το ξεμπρόστριασμα κάποιου σε μια στιγμή μεγάλης ευτυχίας ή θλίψης. Άμα τα συναισθήματα που είχε την ώρα που δημιουργούσε ήταν ειλικρινή δεν νομίζεις ότι αυτός που θα βιώσει το αποτέλεσμα (αν έχει την παραμικρή ευαισθησία) θα νιώσει ενθουσιασμό ή και δέος?



Τι επιφυλάσσει το μέλλον;

Τ.Κ: Εύχομαι να μπορούσα να έμενα στην Ελλάδα και να είμαι ευτυχισμένος. Ακούγεται πολύ απλό αλλά δεν είναι.

M.K: Έρωτα ελπίζω και πολύμηνα ταξίδια στην Ασία και την Ν. Αμερική. Θέλω να το παίξω μποέμης χίπης και να γυρίζω τον κόσμο μέχρι τον Ιούνιο και μετά να γυρίζω Ελλάδα για τα καλοκαίρια. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν υπάρχει προοπτική ούτε μέχρι την Βουλγαρία να πάω για τα επόμενα χρόνια, οπότε θα τα ξαναπούμε σε επόμενη τυχόν καλή μικρού, και όχι μόνο, μήκους ταινία!


Ευχαριστώ πολύ παιδιά για την αποδοχή αλλά και για την όμορφη συζήτηση. Εύχομαι να χαρίζετε στον κόσμο τόσο όμορφες δουλειές σαν και αυτήν. 



Δείτε την ταινία εδώ: https://vimeo.com/150590247

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου