Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

My way - Βόρειος Άνεμος

Σου ‘πα θα ξαπλώσω, μα δεν είχα ύπνο. Έκατσα κι άκουγα τις ρόδες στην άσφαλτο, τον αέρα στα δέντρα, πόρτες που κλείνουν. Οτιδήποτε μπορεί να σιγάσει τις σκέψεις μου. Το τσιγάρο κάηκε μόνο του στο τασάκι. Σε βλέπω μπροστά μου κάποιες φορές. Στραβώνεις. Καλά να πάθεις. Το ‘ξερες ότι είμαι ξεροκέφαλος. Αν μου καρφωθεί κάτι στο νου, πάει, τελείωσε.
Δεύτερη εβδομάδα εδώ, μόνος σ’ αυτήν την καλύβα που ‘ναι στοιβαγμένη ανάμεσα σ’ άλλες εκατό, μ’ ένα μολύβι και χαρτιά γύρω μου, και μ’ έναν καφέ που ‘χει πια παγώσει. Σκόρπιες οι σκέψεις, πώς να τις βάλεις σε τάξη όταν έχεις τόσους κόσμους που στροβιλίζονται κάθε δευτερόλεπτο στο κεφάλι σου; Μα θα το κάνω, έστω για λίγο, έστω τμηματικά. Το σύνολο δε γίνεται. 
Δε βγαίνω να περπατήσω. Δε βοηθάει. Μόνο κάτι σιχαμένους θα ‘βεπα, έτσι κι αλλιώς, ακόμα και να μπορούσα. Συννεφιά θα ‘χει πάλι σήμερα. Κρύο. Μου λείπει η ζέστη σου. Μου λείπει, ναι. Πώς να σου πω όχι;
Συγγνώμη. Περνάνε πολλά από το μυαλό μου. Αποπροσανατολίζομαι. Δεύτερη εβδομάδα. Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα μπορέσω να κρυφτώ. Κάθε μέρα είναι και πιο δύσκολο. Έπρεπε να τα γράψω, έπρεπε. Έπρεπε να υπήρχαν, μήπως με προλάβει η καταραμένη αρρώστεια και δε στα πω. Τα ‘χω εδώ, όλα, γύρω μου, αραδιασμένα. Χαρτιά, χαρτιά, κι άλλα χαρτιά. Όλα με έναν αποδέκτη.
Η Λίλυ σε ψάχνει. Δεν τρώει αυτές τις δυο βδομάδες. Κοιτάει την πόρτα κάθε πρωί. Κάθεται εκεί για κάνα μισάωρο, καρφωμένη. Πού και πού σηκώνει τ’ αυτιά της, σαν κάτι ν’ άκουσε, και θρηνεί. Μα δεν ήταν τίποτα. Βήματα, φύλλα, βροχή, αυτοκίνητα, σκάλες. Σχεδόν της θυμώνω που με κρατάει κι εμένα ανήσυχο. Που με κρατάει κι εμένα να περιμένω ακόμα. Μετά έρχεται και κουλουριάζεται στα πόδια μου, με τη ζεστασιά της. Πώς να της θυμώσω; Και πώς να σ’ αδικήσω που δεν ήρθες;
Δεν ξυρίστηκα πάλι σήμερα. Στο βάθος ακούω για κάποιες συρράξεις, κάποια μέτρα, κάποιο έγκλημα. Είναι φιξ το πρόγραμμα κάθε μέρα. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, καθωσπρεπισμός. Να το χέσω. Κενό κουτί. Δεν ξέρω γιατί την είχα πάρει σπίτι. Όχι, ξέρω. Για να πνίγει κι αυτός ο θόρυβος τις σκέψεις. Και τώρα δεν μπορώ να την ξεφορτωθώ. Χτύπησε το τηλέφωνο πάλι. Το ‘χω στην πρίζα, να φορτίζει, αλλά έχω πάψει να κοιτάω ποιος κάλεσε. Ο δικός σου αριθμός δεν ακούγεται. Του ‘χα βάλει άλλο ήχο κλήσης, ξέρεις. Το αγαπημένο σου. Κοντεύω να το ξεχάσω, αλλά αν το ακούσω θα το ξέρω.
Η συννεφιά είναι πολύ έντονη. Μετά δυσκολίας έβλεπες γύρω σου χθες. Σήμερα είναι χειρότερα.

Δυο εβδομάδες πέρασαν.

Αλλά πώς να σε αδικήσω που δεν ήρθες; Και καλύτερα. Να με θυμάσαι στα καλά μου. Τώρα σε τί να έρθεις; Ένα άψυχο κουφάρι απέμεινε μόνο, σε κόκκινο φόντο, κι ένα σπασμένο μπουκάλι. Σιγά μην του ‘κανα τη χάρη του καριόλη.

My way.

(αφιερωμένο σε μια αμαρτία, που είναι το αγαπημένο της.)


Το original κείμενο μπορείτε να το βρείτε : My way
Περισσότερα κείμενα του Βόρειου Ανέμου μπορείτε να βρείτε στην παρακάτω διεύθυνση: Βόρειος Άνεμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου