Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Έρωτας θερινής νυκτός - Mπαντιέρα Ρόσα


Έφτασε απόγευμα στο νησί, άφησε τα πράγματά του- η θεία του , η οποία διατηρούσε ενοικιαζόμενα δωμάτια ,είχε ετοιμάσει το διαμέρισμά του . Το γραφείο του πεντακάθαρο και το καβαλέτο στην θέση του. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του , ξάπλωσε για λίγο στην κούνια της αυλής , κάτω από τον ίσκιο των μουριών. Όταν άνοιξε τα βλέφαρά του ήταν ήδη βράδυ γύρω στις εντεκάμιση. Έκανε ένα μπάνιο , ντύθηκε ανάλαφρα και βγήκε για μία μπύρα μαζί με τον ξάδερφό του.

 Το μαγαζί που πήγαν – ένα καλοκαιρινό μπαράκι- ήταν γεμάτο. Κάθισαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν. Λίγο πιο δίπλα γύρω στα είκοσι άτομα ήταν μαζεμένα γύρω από μία πανέμορφη γυναίκα. «Τι συμβαίνει εκεί; Γιατί έχουν όλοι μαζευτεί γύρω της;» ρώτησε. Ο ξάδερφός του ντόπιος, νησιώτης που είχε συνηθίσει να βλέπει τέτοια γκρουπ στο νησί, απάντησε « Είναι η ξεναγός τους αυτή. Είναι ένα από τα γκρουπάκια με τους τουρίστες.»
Δεν μίλησε . Την παρατηρούσε σιωπηλός.  Του άρεσε ο τρόπος που χειριζόταν το πλήθος των τουριστών. Του άρεσε το χαμόγελο της και ο δυναμισμός της. Η αυτοπεποίθηση με την οποία μιλούσε και έκανε κέφι με τους τουρίστες. Ήταν ιδιαίτερη.

Το φουστάνι που φορούσε τόνιζε την καλοσχηματισμένη σιλουέτα της ενώ άφηνε ακάλυπτα τα κόκαλα κάτω από τον λαιμό της τονίζοντας το πλούσιο ντεκολτέ της. Οι γραμμώσεις της πλάτης της θύμιζαν φτερούγες  κύκνων. Και το πρόσωπό της είχε αυτά τα αινιγματικά και ανεξιχνίαστα χαρακτηριστικά της Τζοκόντα. Μυστήρια με συγκρατημένο χαμόγελο.

Εκείνος ηλιοκαμένος , με τα μάγουλά του να έχουν ροδίσει και τους μύες των χεριών του να προσιδιάζουν περισσότερο σε ένα ασφαλές καταφύγιο. Τα μάτια του ευφυέστατα να αντικατοπτρίζουν την χαώδη σκέψη του. Τα μάτια του είχαν μια λάμψη αλλιώτικη, ζωηρού ανθρώπου, σπιρτόζου.

-Πήγαινε μίλα της.
- Μα αφού έχει τους τουρίστες.
- Ε και;

Οι τουρίστες είχαν πιεί ήδη αρκετά. Αρκετοί από εκείνους ήταν μεθυσμένοι, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ζούσαν έντονα τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Ελλάδα.
Την πλησίασε.

-Μην αγχώνεσαι.
- Δεν είμαι κηδεμόνας τους για να αγχωθώ αλλά αύριο πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς , σύμφωνα με το πρόγραμμα. Έχουμε να επισκεφθούμε πολλά μέρη.
-Άφησέ τους να γλεντήσουν , να ευχαριστηθούν.
- Αν δεν τους άφηνα  θα είχαμε ήδη φύγει , δεν θα ήμαστε εδώ.
-Θέλεις να πιούμε μαζί μία μπύρα;
-Ευχαρίστως, όμως δεν μπορώ να καθίσω πολύ. Σε λίγο θα πρέπει να τους μαζέψω.
- Κανένα πρόβλημα.



Ήπιαν, μίλησαν , γέλασαν και κάπως έτσι γνωρίστηκαν καλύτερα. Εκείνη έπρεπε να φύγει. Του υποσχέθηκε να πάει το γκρουπ στο ξενοδοχείο και έπειτα να επιστρέψει πάλι. Έτσι και έγινε.  Μόλις επέστρεψε της πρότεινε να περπατήσουν λίγο.
Περπάτησαν πολύ μέχρι που έφτασαν σε ένα απόμερο σημείο της παραλίας.  Μόνο θάλασσα , άμμος  και ο ορίζοντας.
Κάθισαν και κοιτούσαν την θάλασσα. Μιλούσαν ασταμάτητα. Για ταξίδια, για ιδέες , για το καλοκαίρι, για τον χρόνο.

-Ξέρεις , θα ήθελα να σε ζωγραφίσω.
-Τι εννοείς;
- Είμαι ζωγράφος και λίγο ποιητής . Θέλω να σε έχω με κάποιον τρόπο για πάντα.
-Δεν μπορείς να φυλακίσεις ανθρώπους μέσα στην τέχνη σου. Μη γελιέσαι.
-Έτσι πιστεύεις;
- Απλά ενισχύεις τον ναρκισσισμό τους .
- Θες να έρθεις να σου δείξω άλλα έργα στο ατελιέ μου και να αποφασίσεις;
-Είναι σχεδόν χάραμα. Είναι μακριά;
-Για την ακρίβεια είναι το διαμέρισμα πίσω μας.
- Ας πάμε τότε.

Πήγαν . Υπήρχαν παντού πίνακες με πορτρέτα ή ζωγραφισμένες προτομές. Υπήρχαν και κάποια μικρογλυπτά. Αλλά μισοτελειωμένα, άλλα κουκουλωμένα με ύφασμα. Και ένας καναπές.Ένιωθε παράξενα. Όλα συνέβαιναν τόσο αστραπιαία. Δύο άγνωστοι που τελικά ένιωθαν τόσο κοντά μεταξύ τους. Ίσως να είναι και ιδιότητα των καλλιτεχνών να σε κάνουν να νιώθεις εύκολα οικειότητα μαζί τους. Ίσως έτσι να προσεγγίζουν τα θύματα τους.Της είπε να γδυθεί για να κάνει το αρχικό σκίτσο..

 Κατέβασε αργά και αισθησιακά τις ράντες του φορέματός της  έτσι ώστε να διαγράφεται μέσα στον χαμηλό φωτισμό το στητό νεανικό στήθος της. Εκείνος  της έκανε ένα νεύμα με το χέρι του να κατεβάσει και το υπόλοιπο φουστάνι. Υπάκουσε , όπως κάνουν οι πιστές παλλακίδες στους αφέντες τους. Της είπε να ξαπλώσει και να τον κοιτάει όσο εκείνος θα έκανε το προσχέδιο στο καβαλέτο του. Η πλάτη της γυρισμένη στον τοίχο. Οι σκιές τους μέσα στον χαμηλό φωτισμό είχαν αρχίσει ήδη να ερωτοτροπούν. Της είπε να χαλαρώσει. Μα εκείνη ήταν νευρική. Η ώρα περασμένη, ημίγυμνη στο σπίτι ενός άνδρα που γνώρισε εκείνη την ημέρα. Την πλησίασε . Κάθισε στον καναπέ και άρχισε να της χαϊδεύει τα μπούτια. Έπειτα της έβγαλε το εσώρουχο, ενώ τα δάχτυλά του είχαν αρχίσει να διερευνούν τον Θεό που βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της. Οι φλέβες του άρχισαν να πετούν και το κεφάλι του να καίει. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και του έβγαλε γρήγορα την μπλούζα του. Άρχισε να τον φιλάει με πάθος. Να τον δαγκώνει με μανία. Και εκείνος ανταπέδιδε τα «χτυπήματα». Είχε βάλει στόχο να την παραλύσει από ηδονή. Την ξάπλωσε στον καναπέ και άρχισε να την γλείφει ασταμάτητα, ώσπου εκείνη άρχισε να βγάζει ζωώδεις κραυγές. Εκείνος συνέχιζε μέχρι που εκείνη είχε σπασμούς. Άρχισαν να ταΐζει ο ένας τον άλλον χυμούς σαν νέκταρ θεών. Δύο κορμιά σταυρωμένα στον δικό τους επίπονο μα γλυκό Γολγοθά. Μπήκε μέσα της και τότε άγγιξαν το ανέφικτο.

Θα δυστυχούσαν στο μέλλον, όπως πάντα έρχεται το πλήρωμα του πόνου και όχι του χρόνου, αλλά εκείνη η στιγμή θα ήταν πια η ανάμνηση της αιωνιότητας τους.




1 σχόλιο: