Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα pauseartmagazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα pauseartmagazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Elizabeth Strout- Όλιβ Κίττριτζ | Νινέτα Πλυτά




Ξενόγλωσσος Τίτλος: Olive Kitteridge 
Εκδόσεις: Άγρα
Μεταφράστρια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Χρονολογία έκδοσης: 2020
Αριθμός σελίδων: 368

Ζώντας σε μια μικρή κοινωνία, αυτό το βιβλίο με άγγιξε. Τόσο απλό αλλά και τόσο σημαντικό ταυτόχρονα. Οι άνθρωποι φαίνονται καθημερινοί και συνηθισμένοι. Μέχρι που αποκαλύπτεται ότι δεν είναι έτσι ακριβώς. Όλοι έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες και παραξενιές, τα δικά τους μυστικά. Τους βλέπουμε να μεγαλώνουν, να εξελίσσονται, να βαραίνουν συναισθηματικά  και να ανέχονται την αδιακρισία του κόσμου. "Ο κόσμος έχει παρατηρήσει μια αλλαγή στον Χένρυ" είπε η Σύνθια Μπίμπερ.  "Αλλά και σ' εσένα. και ίσως η συμβουλευτική κρίσεων να είχε βοηθήσει είναι κι αυτό μια σκέψη. Ίσως μπορεί ακόμα και τώρα να βοηθήσει" (άνετα θα της πετούσα το βιβλίο στο κεφάλι της μαντάμ αλλά για καλή της τύχη είμαι κατά της βίας).

Ενδιαφέρουσα είναι και η επιλογή της πρωταγωνίστριας: μία συνταξιούχος καθηγήτρια που άλλοτε μπαίνει στις ζωές των προσώπων και άλλοτε τους παρακολουθεί από μακριά. Τους περισσότερους όμως τους γνωρίζει προσωπικά: είτε ως πρώην μαθητές/τριες της είτε ως γείτονες. Η ίδια δεν είναι και ο πιο συμπαθής άνθρωπος. Είναι δύσκολος χαρακτήρας, ιδιότροπος (όλοι όμως δεν είμαστε ως έναν βαθμό; ). Οι ιδιότητές της ως μητέρα και σύζυγος είναι αυτές που την απασχολούν περισσότερο, όχι όμως με τον αναμενόμενο τρόπο. Δεν υπερκαλύπτουν την υπόλοιπη προσωπικότητά της. Όσο περνάνε τα χρόνια τη βλέπουμε να αναλογίζεται όσα έζησε, και κυρίως τη σχέση με τον γιο της. Το πώς καταλήγει αυτή η σχέση είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα επίσης ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας, ρεαλιστικό, χωρίς ωραιοποιήσεις για να μη μας χαλάσει τη μέρα. 

Κάτι που ίσως έχω ξαναπεί είναι ότι μου αρέσει που η στροφή της εποχής μας προς την ψυχολογία του ατόμου αποτυπώνεται και στη Λογοτεχνία (πώς όχι άλλωστε; ). Η πραγματικότητα δεν είναι πια τόσο γυαλιστερή και ήρεμη. Τα "κάτω απ' την επιφάνεια" που είναι κοινά μυστικά αλλά κρυμμένα στους 4 τοίχους αποκαλύπτονται. Αυτό νομίζω κρατάω εγώ απ' αυτό το βιβλίο.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Beth O' Leary - Οι συγκάτοικοι | Νινέτα Πλυτά




Ξενόγλωσσος Τίτλος: The Flatshare
Εκδόσεις: Πατάκης
Μεταφράστρια: Ειρήνη Αποστολάκη
Χρονολογία έκδοσης: 2020
Αριθμός σελίδων: 496


Αγαπητή κυρία Ο' Λίρυ, 

Το βιβλίο σας ήταν καταπληκτικό! Δεν πρόκειται για μία απλή ρομαντική-κοινωνική ιστορία. Για μένα ήταν ένα βιβλίο με επίκαιρα μηνύματα, που θα σύστηνα σε κάθε άνθρωπο, οποιασδήποτε ηλικίας. Μπορεί η συναισθηματική κακοποίηση στο βιβλίο να γινόταν από άντρες προς γυναίκες αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να συμβεί σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου. 

Για μένα, αυτό το βιβλίο δεν ήταν μόνο μία αστεία ιστορία συγκατοίκησης (παρεμπιπτόντως πολύ έξυπνη ιδέα η μοιρασιά του κρεβατιού. Ό,τι πρέπει για να ελαφρύνει το κλίμα). Ήταν μια ιστορία για τη συναισθηματική κακοποίηση, τόσο φανερή στους άλλους αλλά τόσο καλά κρυμμένη απ' το ίδιο το θύμα. Παρακολουθούμε την Τίφφυ να περνά από όλα τα στάδια της συνειδητοποίησης (φόβος, στεναχώρια, αμφιβολία, πόνος, θυμός, οργή) την ίδια ώρα που η κακοποίηση συνεχίζεται. Πόσες και πόσες τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουμε ζήσει ή ακούσει; Ίσως και να τις έχουμε εκδηλώσει εμείς οι ίδιοι, δεν αποκλείεται. Δίπλα στην Τίφφυ όμως βρίσκεται ο Λίον, ο λιγομίλητος και εσωστρεφής Λίον, με τα δικά του οικογενειακά προβλήματα. Ο Λίον όμως έχει και έναν άσσο στο μανίκι του: έχει γίνει μάρτυρας μιας τέτοιας συναισθηματικής κακοποίησης, έχει δει τι κάνει στους ανθρώπους και πόσο τους στιγματίζει, και γι' αυτό είναι σε θέση να σταθεί σαν ακλόνητος βράχος δίπλα στην διαλυμένη Τίφφυ.  

Ο λόγος που σχολιάζω τόσο βαθιά την πλοκή, με τον κίνδυνο να προβώ σε spoilers, είναι ότι αυτό το βιβλίο μάς ανοίγει τα μάτια σχετικά με 3 τύπους ανθρώπων: του θύτη- κακοποιητή, του θύματος και αυτών που στάθηκαν δίπλα στο θύμα (πέρα απ' τον Λίον,  η Τίφφυ είχε κοντά της και την παρέα της). Βλέπουμε δηλαδή τις κακοποιητικές συμπεριφορές που μπορεί να στιγματίσουν κάποιον, τις συνέπειες αυτών αλλά και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να βοηθήσουμε το θύμα, πρώτα να συνειδητοποιήσει κι έπειτα, με τον καιρό, να ανακάμψει. 

Συγκλονιστικό βιβλίο, κυρία Ο' Λίρυ! Τόσο ρεαλιστικά δοσμένο
 
το πόσο έβρισα τον Τζάστιν δε λέγεται. Γέλασα όμως και αρκετά. Αλλά κυρίως προβληματίστηκα. 

                                                                                                Νινέτα, xx

Υ.Γ.1 Η μορφή επιστολής εμπνευσμένη απ' τα post-it της ιστορία.

Υ.Γ.2 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Βίβιαν Στεργίου - Δέρμα | Νινέτα Πλυτά



Εκδόσεις: Πόλις
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 360

Δεν συνηθίζω να διαβάζω διηγήματα. Είμαι περισσότερο της πλοκής και του <<και μετά; και μετά;>>. Παρόλα αυτά απόλαυσα πολύ αυτή τη συλλογή!

Επέλεξα να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο μετά από διάφορα αποσπάσματα και συνεντεύξεις της συγγραφέως που μου άρεσαν. Με κέρδισε ήδη απ' το πρώτο κείμενο αλλά είχα την αγωνία αν θα συνεχίσει να με ενθουσιάζει <<και μετά>>. Τελικά συνέχισε. Και θα σας πω γιατί. 

Αρχικά, λατρεύω αυτό το στιλ γραφής που θίγει επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα με ειρωνεία και σαρκασμό. Το ύφος αυτό επιτυγχάνεται άλλοτε με τριτοπρόσωπη άλλοτε με πρωτοπρόσωπη αφήγηση (καμιά φορά ακόμη και με δεύτερο πρόσωπο) και με τον personal favorite μου ελεύθερο πλάγιο λόγο. Όλα αυτά δεν τα αναφέρω επειδή είμαι φιλόλογος και θέλω να κάνω επίδειξη γνώσεων αλλά επειδή θεωρώ ότι στη μικρή φόρμα παίζουν μεγάλο ρόλο στην αναγνωστική απόλαυση. Τουλάχιστον αυτό συνέβη μ' εμένα. 

Επίσης, θα έλεγα ότι το ύφος δοκιμιο-φέρνει (και το αγάπησα γι' αυτό). Αν ήμουν Γ' Λυκειου θα το κατέτασσα στο λογοτεχνικό-στοχαστικό δοκίμιο. Οι ιστορίες έχουν πλοκή, που όμως διακόπτεται από τους εκτενείς συνειρμούς - παρεκβάσεις του αφηγητή ή της αφηγήτριας, οι οποίοι μου θυμίζουν περισσότερο άρθρα με καταγγελτικό τόνο παρά αποσπάσματα από διηγήματα (για τη συγκεκριμένη παρατήρηση άφησα την φιλολογική μου ιδιότητα και τα συγγράμματα με τα χαρακτηριστικά του διηγήματος στην άκρη και μίλησα ως αναγνώστρια). Και αυτός ο μακροπερίοδος λόγος που ξεπερνά του Θουκυδίδη και μπορεί να βρεις τελεία μετά από μία σελίδα αλλά αποδίδει ακριβώς αυτό τον ασθματικά γρήγορο ρυθμό που γίνονται όλα ή το άγχος που νιώθουν οι άνθρωποι, των οποίων τα πτυχία βρίσκονται σ' ένα σκονισμένο συρτάρι ενώ οι παραγγελίες έρχονται ασταμάτητα και τα έξοδα τούς κατατρέχουν; Κι αυτόν τον αγάπησα θα ήταν ωραίο παράδειγμα στο μάθημα της Έκθεσης για το πώς ο τρόπος που γράφουμε συμβάλλει στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Κι έπειτα επιστρέφουμε και πάλι στην ιστορία, εν είδει αποφόρτισης από την ένταση των συνειρμών. Μέχρι την επόμενη αφορμή. 

                                               

Ενδιαφέρον είναι και ο τρόπος που επιλέγει η συγγραφέας να δομήσει τη συλλογή: τα διηγήματα σχετίζονται ανά δύο και οι ιστορίες κάθε ζεύγους αλληλοσυμπληρώνονται είτε άμεσα είτε έμμεσα. Το αγαπημένο μου ήταν το ζευγάρι με το νούμερο Εφτά.

Ως προς τα θέματα, τα διηγήματα με άγγιξαν πολύ γιατί θίγουν ζητήματα που με έχουν απασχολήσει αρκετά το τελευταίο διάστημα. Πέρα από τα κοινωνικά, όπως η θέση της γυναίκας, η πατριαρχία, η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο της εργασίας και του Πανεπιστημίου, η θέση των social media στη ζωή μας, το body shaming κ.ά., θίγονται ταυτόχρονα και θέματα ακαδημαϊκά, όπως η αντίληψη των -πρακτικών- Ελλήνων για τους θεωρητικούς <<που λένε ότι είναι θεωρητικοί σαν ν' απολογούνται>> ερευνητές, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές, οι οποίοι καλούνται να εργάζονται ταυτόχρονα για να βιοποριστούν αλλά και εκείνοι που έχουν το προνόμιο να διαβάζουν χωρίς να εργάζονται. Τα πιο αγαπημένα μου, προφανώς, είναι αυτά που αφορούν τους νέους. Πέρα απ' τα ακαδημαϊκά, υπάρχουν ολόκληρα διηγήματα που αναφέρονται στις εργασιακές συνθήκες στην Ελλάδα, το brain drain, τη νεανική ανεργία, τους digital nomads ή expats, όπως τους αναφέρει η συγγραφέας. 

Ομολογώ ότι αναρωτιόμουν μήπως τα θέματα που θίγονται αφορούν τους λίγο μεγαλύτερους από εμένα, τη γενιά των 30+, που γεννήθηκαν σε μια εποχή που όλα φαίνονταν εφικτά και κατέληξαν να προσπαθούν να σταδιοδρομήσουν σε αυτή που ζούμε σήμερα. Τελικά διαψεύστηκα. Τα κείμενα αυτά με αφορούν και, δυστυχώς, μάλλον θα αφορούν τους νέους για αρκετά χρόνια ακόμα. 

Συμπέρασμα: Ως μία 26χρονη που «ζει το μπέρδεμα από γεγονότα που σε χτυπάνε κατακέφαλα χωρίς να βγάζουν απολύτως κανένα νόημα, πέρα απ' το ότι απλώς σε οδηγούν στο μέλλον σου εντελώς ξαφνικά» έχω να πω το εξής: η Στεργίου καταφέρνει τον στόχο της, να εκπροσωπήσει τη νέα γενιά στη λογοτεχνία, και αυτός είναι ο λόγος που συνιστώ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο, είτε είστε νέοι που παλεύετε να ορθοποδήσετε, είτε όχι.

Υ.Γ. Εξοπλιστείτε με μολύβι, θα σας χρειαστεί. 

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Βιβλιοκριτική | Μεταξία Κράλλη- Σύρα Σάκρα | Νινέτα Πλυτά



Εκδόσεις: Ψυχογιός 
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 734

«Άραγε υπάρχει ερωτική ευτυχία σ' αυτόν τον κόσμο;» Το ερώτημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να συνοψίσει τις ιστορίες που περιλαμβάνονται μέσα σ' αυτό το βιβλίο. 3 βασικές ιστορίες γύρω απ' τις οποίες εκτυλλίσονται κι άλλες, λιγότερο βασικές. Μέσα από αυτές τις ιστορίες η Μεταξία Κράλλη μάς ταξιδεύει στη Σύρο του 19ου αιώνα aka την αγαπημένη μου εποχή από την ιστορία του νησιού μου. Αγαπώ αυτή την εποχή καθώς τότε ήταν που η Σύρος άνθισε οικονομικά και πολιτισμικά. Το βιβλίο όμως δεν δίνει τόσο έμφαση σε αυτούς τους τομείς όσο στον θρησκευτικό, ο οποίος έχει εμπνεύσει αρκετούς συγγραφείς τα τελευταία χρόνια λόγω της συνύπαρξης καθολικών και ορθοδόξων.

Στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, καθολικοί και ορθόδοξοι δεν είχαν τόσο καλές σχέσεις. Ήταν χωροταξικά διαχωρισμένοι (Άνω Σύρος και Ερμούπολη αντίστοιχα) και απέφευγαν τους γάμους μεταξύ τους. Φέρνοντάς το στο σήμερα, με χαρά σας πληροφορώ ότι, ευτυχώς, δεν υπάρχουν πια οι διακρίσεις με βάση το δόγμα. Ακόμα μπορεί κανείς να καταλάβει το δόγμα με βάση τα επίθετα, αν και οι καθολικοί είναι φανερά λιγότεροι απ' ό,τι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Σύρου. Επίσης γίνονται και μεικτοί γάμοι (εγώ π.χ. είμαι απόγονος ενός τέτοιου γάμου, όπως και πολλοί άλλοι).

Το βιβλίο μού άρεσε πολύ. Παρόλο που ήταν αρκετά εκτενές, δεν μπορούσα να το αφήσω απ' τα χέρια μου. Η γιαγιά μου, που το διάβασε πρώτη, είπε ότι την μπέρδεψαν και την κούρασαν τα πολλά ονόματα. Δεν την αδικώ σ' αυτό. Κι εγώ, αν δεν το διάβαζα όλο σε μερικές μέρες, ίσως να μπερδευόμουν. Τα δευτερεύοντα ονόματα, όμως, έκαναν φανερή, κατά τη γνώμη μου, την ενδελεχή έρευνα της συγγραφέα για την ιστορία του νησιού. Τα περισσότερα απ' αυτά τα γνώριζα, πολλά απ' αυτά αποτελούν ονόματα οδών πλέον (κι ας μην τα πηγαίνουμε καλά με τις οδούς εδώ στη Σύρο).

Είναι ωραία εμπειρία να πλάθεις στο μυαλό σου τις εικόνες που περιγράφει ένας συγγραφέας -με μία μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, εννοείται, η νέα γενιά δεν τα πάει καλά με τις περιγραφές. Είναι όμως ακόμη πιο ωραία εμπειρία οι εικόνες αυτές να παίρνουν μορφή στο μέρος που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Οι ήρωες έκαναν βόλτα στην πλατεία κοντά στο σπίτι μου, τηρώντας τις κοινωνικές συμβάσεις που έχω ακούσει απ' τη γιαγιά μου, παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις εκεί που παρακολουθώ κι εγώ σήμερα, εκκλησιάζονταν στον ναό του οποίου την καμπάνα ακούω κάθε μέρα να σημαίνει την ώρα. Αν δεν είναι αυτό μία δυνατή εμπειρία, τότε τι ειναι; 

Όσοι έχετε επισκεφτεί ήδη τη Σύρο, σας συνιστώ να διαβάσετε αυτό το βιβλίο. Όσοι δεν το έχετε κάνει ακόμη, πάρτε το πλοίο, πάρτε και το βιβλίο κι ελάτε. Σας περιμένουμε! (not sponsored)

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Βιβλιοκριτική| Annie Ernaux - Ο τόπος | Νινέτα Πλυτά

 


Ξενόγλωσσος Τίτλος: La place
Εκδόσεις: Mεταίχμιο
Μεταφράστρια: Ρίτα Κολαΐτη 
Χρονολογία έκδοσης: 2022
Αριθμός σελίδων: 107

Ο Τόπος είναι το πρώτο βιβλίο της Ernaux που διαβάζω. Δεν το επέλεξα τόσο λόγω του Νόμπελ που πήρε αλλά επειδή χαζεύοντας σ' ένα βιβλιοπωλείο, μου κίνησε την περιέργεια το θέμα. Η σχέση πατέρα-κόρης και η απόκλιση στις αντιλήψεις που προκύπτει απ' την είσοδο της στο πανεπιστήμιο και ταυτοχρόνως σε μια άλλη ζωή. 

Το θέμα μού φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και στην αρχή θεώρησα ότι είναι κάτι πολύ κοινό, με την έννοια ότι μπορεί να συμβεί στον καθένα μας. Διαβάζοντας όμως την ιστορία κατέληξα ότι δεν είναι τόσο κοινό όσο νόμιζα. Σίγουρα η απόσταση μεταξύ πατέρα και κόρης είναι κάτι που όντως μπορεί να συμβεί στον καθένα. Αλλά οι λόγοι που συνέβη αυτό στην συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι τόσο κοινοί. Η είσοδος της κόρης στο πανεπιστήμιο είναι (πλέον) κάτι σχετικά σύνηθες. Η είσοδος της κόρης στο πανεπιστήμιο σε μία εποχή που ακόμη η αγροτική οικονομία ήταν στο φόρτε της, που η αστική τάξη δεν είχε αναπτυχθεί τόσο, δεν ήταν κάτι τόσο σύνηθες. Ή ακόμη κι αν ήταν, μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλες αποκλίσεις λόγω του διαφορετικού τρόπου ζωής. Ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο γράφτηκε το 1983 υπό διαφορετικές κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας, ο πατέρας της οποίας προερχόταν από αγροτική οικογένεια, <<Κάθε φορά που μου μιλούσαν γι' αυτόν (εννοεί τον παππού της), άρχιζαν λέγοντας "δεν ήξερε μήτε να διαβάζει μήτε να γράφει", θαρρείς και τούτη η αρχική δήλωση ήταν αναγκαία για να εξηγήσει τη ζωή και τον χαρακτήρα του>> .

Από το πού δίνει έμφαση η ηρωίδα στην διήγηση της ιστορίας του πατέρα της φαίνεται ότι κατά τη γνώμη της η αιτία της απόστασης μεταξύ πατέρα και κόρης οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική τάξη, στην ταπεινή καταγωγή του, η επίγνωση της οποίας πολλές φορές τον κρατούσε πίσω στις συζητήσεις, στην επαγγελματική ανάπτυξη κλπ.. Για εκείνον όλα είχαν να κάνουν με την οικονομική ευχέρεια, στο μυαλό του δεν ήταν όλα για όλους. 

Με τη σειρά της και η κόρη επιβεβαιώνει ότι δεν έμεινε ανεπηρέαστη απ' τις διαφορές μεταξύ κοινωνικών τάξεων που είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές: <<Ενέδωσα στην επιθυμία του κόσμου που ζω, ενός κόσμου που σε υποχρεώνει να λησμονήσεις τις αναμνήσεις μιας ταπεινής ζωής θαρρείς και ήταν κάτι που πρόδιδε κακό γούστο>>.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Γιατί ίσως όλα αυτά στάθηκαν εμπόδιο στο να ταυτιστώ με την ηρωίδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μου άρεσε το βιβλίο. Ίσα ίσα, ήταν κι ένα άγνωστο σε μένα βίωμα που με βοηθάει να κατανοήσω προηγούμενες γενιές. Ή τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν είναι και τόσο μακρινό αλλά μπορεί να περιγράψει τη σχέση γιαγιάδων/παππούδων με τα εγγόνια τους και την απόκλιση ως προς τον τρόπο ζωής και τις αντιλήψεις. Κι αν το σκεφτώ λίγο παραπάνω, ίσως να καλύπτει και ανθρώπους που ζουν στην επαρχία, όπου η ζωή δεν είναι τόσο έντονη όσο στις μεγάλες πόλεις, κι έτσι μπορεί να υπάρξει απόκλιση ως προς τις αντιλήψεις. Ειδικά όταν ένα νέος φεύγει από την επαρχία για να πάει να σπουδάσει. Σε αυτή την περίπτωση, παρόλο που δεν ζούμε στο 1980, θα συναντήσουμε διαφωνίες τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών και πολύ περισσότερο αργότερα, που οι ορίζοντες έχουν διευρυνθεί και ο άνθρωπος έχει μάθει κι άλλα πράγματα, είτε πάνω στο αντικείμενο σπουδών είτε όχι.

Τέλος, αναφορικά με τον τρόπο γραφής, νομίζω ότι η συγγραφέας πέτυχε να αποδώσει αυτή την απόσταση που ένιωθε. Όπως επισημαίνει η ίδια, περιγράφοντας γεγονότα, συγκεντρώνοντας λόγια, χειρονομίες και γενικά τα αντικειμενικά σημάδια της ύπαρξης του πατέρα της, χωρίς λυρικές αναπολήσεις, θριαμβευτική επίδειξη ειρωνείας αλλά με έναν ακύμαντο τρόπο γραφής, όπως απευθυνόταν στους γονείς της όταν τους έγραφε γράμματα. Σαν εξωτερικός παρατηρητής, σαν η ζωή να μην ήταν δική της. Αυτό ίσως να προβληματίσει τον αναγνώστη. Ομολογώ ότι κι εγώ περίμενα εσωτερικούς μονολόγους, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, έντονα συναισθήματα απογοήτευσης, ίσως και κατηγορίες προς τον πατέρα. Συνειδητοποίησα όμως ότι αυτές οι αναγνωστικές προσδοκίες έχουν να κάνουν και με την εποχή μας, η οποία έχει στραφεί περισσότερο στην ψυχολογία του ατόμου και στην έκφραση των ανείπωτων. Ακόμη δηλαδή και οι συγγραφικές επιλογές σχετίζονται με την χρονική περίοδο συγγραφής, χωρίς φυσικά αυτό να μειώνει την αναγνωστική εμπειρία. Απλώς μας φέρνει σε επαφή με κάτι διαφορετικό, το οποίο όμως μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποιες πτυχές του δικού μας εαυτού. Ακόμη και το ότι εγώ προσωπικά περίμενα πιο προσωπική γραφή δείχνει κάτι για μένα ως άνθρωπο. Γιατί αυτό είναι η λογοτεχνία: ένα παράθυρο στον εξωτερικό αλλά και στον εσωτερικό μας κόσμο, μια ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα από τις εμπειρίες των άλλων.


Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Βιβλιοκριτική | Ζοζέ Σαραμάγκου - Περί τυφλότητος | Νινέτα Πλυτά

 



Ξενόγλωσσος Τίτλος: Ensaio sobre a cegueira
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Μεταφράστρια: Αθηνά Ψυλλιά
Χρονολογία έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 384

Μια επιδημία λευκής τυφλότητας χτυπάει σταδιακά όλους τους ανθρώπους μιας πόλης. Οι αρχές, στην προσπάθεια τους να περιορίσουν τη διασπορά, κλείνουν τους πρώτους τυφλούς σε ένα εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο, χωρίς βοήθεια και πολλές φορές χωρίς τρόφιμα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή των τυφλών τροφίμων του φρενοκομείου που μοιάζει με μια μικρογραφία κοινωνίας υπό κατάρρευση, την οποία ο Ζοζέ Σαραμάγκου έχει υπολογίσει <<με γραφειοκρατική ακρίβεια>>.

Όταν δεν μπορείς να καλύψεις τις βασικές ανάγκες της τροφής, της καθαριότητας, του ύπνου. Όταν οι αισθήσεις αχρηστεύονται γιατί δε θες να ακούς, να μυρίζεις, να γεύεσαι αυτό που υπάρχει γύρω (να το βλέπεις δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς σαν επιλογή). Όταν κάθε έννοια οργάνωσης και πολιτισμού έχει χαθεί, τότε ποια είναι η διαφορά του ανθρώπου απ' τα ζώα;

Το βιβλίο αυτό μου φάνηκε (δυστυχώς) πιο επίκαιρο από ποτέ: από τη μία η καραντίνα και ο φόβος μετάδοσης αυτής της άγνωστης αρρώστιας που θυμίζει τα τελευταία δύο χρόνια αλλά και οι εικόνες των τελευταίων ημερών από τη Σαγκάη, από την άλλη η εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης που θυμίζει ειδήσεις από την Ουκρανία, με έκαναν να αναρωτηθώ (ίσως με κάποια υπερβολή, ίσως και όχι): τελικά πόσο μακριά βρισκόμαστε από αυτόν τον "επιστημονικής φαντασίας" κόσμο που περιγράφει ο Σαραμάγκου;

 «[...] κατεβήκαμε όλα τα σκαλοπάτια της αναξιοπρέπειας, όλα, μέχρι που φτάσαμε στην εξαχρείωση [...]. Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν στο κατώτατο σκαλί της αξιοπρέπειας γιατί κάπως έπρεπε να ζήσουν. Για εμάς σήμερα ποια είναι η δικαιολογία που ενώ βλέπουμε επιλέγουμε να μη δούμε; Η σκέψη αυτή με τρόμαξε. Θυμήθηκα τον Πρωταγόρα και την σύσταση των πρώτων κοινωνιών: «[...] αναζητούσαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να διασώζονται χτίζοντας πόλεις·κάθε φορά λοιπόν που συγκεντρώνονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή πράγματι δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα πάλι να διασκορπίζονται και να αφανίζονται ».

Εδώ αντί της πολιτικής τέχνης δεν κατείχαν την όρασή τους, χωρίς την οποία δεν ήταν πια οι ίδιοι. Κι έτσι η κοινωνία που με τόσο κόπο είχαν συστήσει καταστράφηκε «σαν κάστρο από τραπουλόχαρτα ».

Και μέσα σε όλον αυτό τον χαμό, έρχεται το μεγάλο ερώτημα: Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες αν έβλεπες;

Δε θα κρύψω ότι σε κάποια σημεία βρήκα το βιβλίο πολύ σκληρό, μπήκα στον πειρασμό να το παρατήσω αλλά ήθελα τόσο να μάθω τη συνέχεια που τελικά έφτασα ως το τέλος. Με έκανε όμως να αναλογιστώ για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να υπάρχει trigger warning στα βιβλία. Όσο για την ταινία, δε νομίζω ότι θα τη δω. Αρκετές εικόνες έχω ήδη.

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Βιβλιοκριτική | Tzvetan Todorov - Η λογοτεχνία σε κίνδυνο | Νινέτα Πλυτά



Ξενόγλωσσος Τίτλος: La litterature en péril
Εκδόσεις: Πόλις
Μεταφράστρια: Χρύσα Βαγενά
Χρονολογία έκδοσης: 2013
Αριθμός σελίδων: 120

Το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα σε μία μέρα τόσο λόγω έκτασης (120 σελίδες) όσο και λόγω ενδιαφέροντος. O Τodorov μιλώντας απλά και κατανοητά, χωρίς ακαδημαϊκές εξάρσεις και ορολογίες, εξηγεί πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση της σχολικής λογοτεχνίας (και ό,τι αυτή συνεπάγεται) προκειμένου να προτείνει μία λύση προς βελτίωσή της. Υποστηρίζει ότι η λύση βρίσκεται στην αλλαγή της αντίληψης για τη λογοτεχνία, <<η γνώση της οποίας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μια από τις βασιλικές οδούς που οδηγούν στην ολοκλήρωση του καθενός>>, καθώς η έμφαση που δίνει το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα στην δομική κυρίως επεξεργασία του λογοτεχνικού κειμένου δεν αφήνει τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν ότι η λογοτεχνία είναι ένας λόγος για τον κόσμο μέσα απ' τον οποίο θα γνωρίσουν τον εαυτό τους αλλά και τους γύρω τους.

Έτσι, κάνει μία διάκριση μεταξύ του τι πρέπει να γνωρίζουν οι μαθητές και τι οι καθηγητές τους: <<Στην ανώτατη εκπαίδευση είναι νόμιμο να διδάσκονται (επίσης) οι προσεγγίσεις, οι αντιλήψεις που εφαρμόστηκαν στα έργα, οι τεχνικές. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που δεν απευθύνεται στου ειδικούς της λογοτεχνίας αλλά σε όλους, δεν μπορεί να έχει το ίδιο αντικειμενο: είναι η ίδια η λογοτεχνία που προορίζεται για όλους, όχι οι λογοτεχνικές σπουδές>>.

Η συνολική πρόταση του Todorov για μία διαφορετική προσέγγιση της λογοτεχνίας γίνεται σε πνεύμα πλήρους επίγνωσης της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας, οι οποίοι έχουν το βαρύ καθήκον να εσωτερικεύσουν όσα έμαθαν στο πανεπιστήμιο αλλά να τα επαναφέρουν στην κατάσταση ενός αοράτου εργαλείου 
την ώρα της διδασκαλίας.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου σημεία ήταν εκείνο στο οποίο αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ λογοτεχνίας της μάζας και  λογοτεχνίας της ελίτ, ένα θέμα που απασχολεί πολλούς βιβλιόφιλους σήμερα, μεταξύ αυτών κι εμένα (βλ. στο τέλος της σελίδας). Η διάκριση αυτή ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα όταν και <<δημιουργείται μια άβυσσος μεταξύ της [...] λαϊκής παραγωγής που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την καθημερινή ζωή των αναγνωστών της, και της λογοτεχνίας της ελιτ, που διαβάζεται από επαγγελματίες -κριτικούς, καθηγητές, συγγραφείς- που δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για τα τεχνικά επιτεύγματα των δημιουργών τους. Από τη μια πλευρά η εμπορική επιτυχία, από την άλλη η καθαρά καλλιτεχνική ποιότητα.>> Ως προς αυτό το ζήτημα, ο Todorov καταλήγει ότι <<"η λογοτεχνία δολοφονείται" [...] όχι όταν στο σχολείο διδάσκονται "μη λογοτεχνικά κείμενα", αλλά όταν περιγράφουμε τα έργα ως απλές απεικονίσεις μιας φορμαλιστικής ιδέας για τη λογοτεχνία>>.

Συμπερασματικά, ο Todorov υποστηρίζει ότι ο τρόπος για να διασωθεί <<η λογοτεχνία που βρίσκεται σε κίνδυνο>> είναι να την αγαπήσουν οι μαθητές. Κι αυτό δε θα γίνει μέσα από μία εξαντλητική ανάλυση των εσωτερικών στοιχείων των κειμένων αλλά μέσα από την γνωριμία με τους κόσμους των κειμένων, τις ιδέες τους, τους ήρωες τους, τα οποία θα εμπλουτίσουν τις εμπειρίες των μαθητών, συμβάλλοντας στην καλύτερη κατανόηση των ανθρώπων αλλά και του ίδιου τους του εαυτού. Όλα αυτά, βέβαια, με την υποστήριξη των διάφορων θεωριών και μεθόδων επεξεργασίας των κειμένων, τα οποία όμως θα λειτουργούν ως υποστηρικτικά εργαλεία κι όχι ως αυτοσκοπός.

Προσωπικά, η παραπάνω άποψη του Todorov σε συνδυασμό με την έμφαση στην ερμηνεία έναντι της εξήγησης, την αναγνώριση της ύπαρξης πολλών οπτικών και αναγνώσεων, την αμφισβήτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας (με τα οποία ήρθα σε επαφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο) άλλαξαν τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο, τους ανθρώπους και εννοείται τη λογοτεχνία. Ξαφνικά τα βιβλία δεν είναι ενδιαφέροντα μόνο επειδή έχουν μία καλή πλοκή αλλά επειδή θίγουν ζητήματα επίκαιρα ή και διαχρονικά, τα οποία προσεγγίζουν με ιδέες ή λογοτεχνικά τεχνάσματα που τους δίνουν έναν άλλο αέρα.

Ένα απ' τα πολύ θετικά στοιχεία του βιβλίου είναι <<η απλότητα και η διαύγεια της γραφής του>>, όπως αναφέρει και ο Νάσος Βαγενάς στο εισαγωγικό σημείωμα. Άλλωστε ο ίδιος ο Todorov,  σε συνέντευξή του αναφέρει ότι <<η μέγιστη καθαρότητα στην έκφραση είναι θέμα ηθικής, σεβασμού προς τον αναγνώστη. Η καλλιέργεια της σκοτεινότητας πολύ λίγο με ενδιαφέρει>>.

Τέλος, ενδιαφέρον έχει και η προσωπική του ιστορία, και κυρίως η μετακίνησή του από τη σοβιετική Βουλγαρία στη Γαλλία, τον καθοριστικό ρόλο της οποίας στη διαμόρφωση της άποψής του για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας αναγνωρίζει και ο ίδιος στον πρόλογό του παρόντος βιβλίου.

Με λίγα λόγια: το συγκεκριμένο βιβλίο το προτείνω σε κάθε λάτρη της λογοτεχνίας αλλά και εκπαιδευτικό που θέλει να συμβάλει στη γνωριμία των μαθητών του με τον κόσμο των βιβλίων αλλά και στο <<να ανταποκριθούν καλύτερα στην κλίση τους να είναι ανθρώπινοι>>.

Υ.Γ. Το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δεν επανεκδίδεται. Αν κάποιος ενδιαφέρεται να μαζέψουμε υπογραφές για να επανεκδοθεί, εγώ είμαι μέσα 😂.


Διαβάστε ακόμη: 

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Άτιτλο | Μαρία Χατζηχριστοδούλου


Για κάθε θρυμματισμένο κι όμως αγέρωχο κορίτσι των ημερών μας


Θρυμματισμένη κι όμως αγέρωχη
Πορεύομαι, αναπνέοντας το χρόνο
Με τις δέκα μου ζωές σπαταλημένες εξαίσια
σκορπισμένες σε γιαλούς και σε αγερινά μονοπάτια
Ενώ λαχταρούσα ένα δάσος να διασχίσω
Εκείνη που είμαι εγώ κι εσύ μαζί
Δε γνωρίζει χέρια μα αναγνωρίζει αγγίγματα
Μυρωδιές και γεύσεις ανεκπλήρωτες κι ωστόσο υπαρκτές
Στο δαιδαλώδες της θύμησης και λησμονιάς
Της ζωής πάνω στη ζωή
ζωές παράλληλες και εφαπτόμενες εκεί που οι κύκλοι ανταμώνουν με τις ευθείες.


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Βιβλιοκριτική | Alejandro Zambra - Η ιδιωτική ζωή των δέντρων | Νινέτα Πλυτά




Οπισθόφυλλο
Κάθε Κυριακή, ο Χουλιάν αφιερώνει χρόνο στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Και κάθε βράδυ, αυτοσχεδιάζει και αφηγείται στη θετή του κόρη, Ντανιέλα, λίγο πριν αυτή κοιμηθεί, πρωτότυπες ιστορίες με δέντρα.
Όμως, το αποψινό βράδυ δεν είναι σαν τ' άλλα: η Βερόνικα, γυναίκα του Χουλιάν και μητέρα της Ντανιέλας, καθυστερεί ανεξήγητα να γυρίσει σπίτι.
Κι όσο η νύχτα προχωρά και η Βερόνικα δεν επιστρέφει, ο Χουλιάν αναπολεί τη ζωή τους και φαντάζεται τι σκέψεις μπορεί να κάνει για το μυθιστόρημά του η Ντανιέλα καθώς θα μεγαλώνει... χωρίς μητέρα.

Ξενόγλωσσος Τίτλος: La vida privada de los arboles
Εκδόσεις: Ίκαρος
Μεταφραστής: Αχιλλέας Κυριακίδης
Χρονολογία έκδοσης: 2017
Αριθμός σελίδων: 100

Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν πρόταση μίας φίλης, όπως και όλα του Zambra. Είναι το δεύτερο δικό του που διαβάζω. Το πρώτο ήταν το <<Τρόποι να γυρίζεις σπίτι>> (για το οποίο δεν έχει ανέβει ακόμη η άποψή μου), που μου άρεσε αρκετά ώστε να με κάνει να βάλω στη λίστα τα άπαντα του συγγραφέα. 

Το μυστήριο γύρω απ' το οποίο εκτυλίσσεται η  ιστορία (όπως προκύπτει και απ' το οπισθόφυλλο) έχει να κάνει με την ανεξήγητη καθυστέρηση της Βερόνικας, η οποία πήγε στο καθιερωμένο της μάθημα ζωγραφικής αλλά δεν έχει επιστρέψει ακόμη. Άραγε γιατί καθυστερεί η Βερόνικα; Ο Χουλιάν γνωρίζει κάτι επ' αυτού; Κι αν ναι, τι; 

Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται με συνεχείς μεταπηδήσεις στον άξονα του χρόνου, απ' το τότε στο τώρα και απ' το τώρα στο τότε, που ενδέχεται στην αρχή να μπερδέψουν τον αναγνώστη. Μόλις όμως μπει στο κλίμα της ιστορίας, θα νιώσει (τουλάχιστον με εμένα αυτό συνέβη) ότι αυτά τα πισωγυρίσματα προσδίδουν ρεαλιστικότητα στη συνειρμική γραφή. 

Η ρεαλιστικότητα επίσης ενισχύεται μέσω των συλλογισμών που μένουν ατελείς, καθώς το μυαλό προχωρά στο επόμενο σενάριο, συχνά διαφορετικό απ' το προηγούμενο ως προς την αιτία της απουσίας αλλα και την κατάληξη της ιστορίας, και μέσω των παραστατικών εικόνων που μας προσφέρουν την ευκαιρία να δούμε μέσα απ' τα μάτια του ήρωα και να νιώσουμε μαζί του αυτόν τον καταιγισμό συναισθημάτων: ανησυχία, πανικός, φόβος, θυμός, οργή, προδοσία, ηρεμία, και πάλι πίσω. 

Όσο προχωρά η ιστορία, η αγωνία κορυφώνεται: πού είναι η Βερόνικα; Τι της συνέβη; Θα γυρίσει; Και τι θα απογίνουν η μικρή Ντανιέλα και ο Χουλιάν; 

<< [...] Καμιά φορά το ξημέρωμα τον έβρισκε ν' αναμοχλεύει όποιες λύσεις είχε σκεφτεί για το μυθιστόρημά του που, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ακριβώς μυθιστόρημα, αλλά ένα βιβλίο με αποσπάσματα και σημειώσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να γράψει μυθιστόρημα· ήθελε απλώς να βρει μια ζώνη νεφελώδη και συμπαγή για να στοιβάξει τις αναμνήσεις του. Ήθελε να βάλει τη μνήμη σ' ένα σάκο και να κουβαλήσει αυτόν το σάκο ώσπου το βάρος του να του τσακίσει τη ράχη. >> (σελ.38) Άραγε το έγραψε το μυθιστόρημα που ήθελε; Και ποια είναι η σχέση του με αυτό που κρατάμε στα χέρια μας; 

<< [...] Κι αυτο δεν είναι προφητεία (ο Χούλιο δεν διαθέτει αυτό το χάρισμα), μα ούτε εκατό τοις εκατό επιθυμία, αλλά κάτι σαν σχέδιο, σαν σενάριο αγρυπνίας, γραμμένο στο πόδι, υπαγορευμένο απ' την απελπισία. Θέλει να διαβλέψει ένα μέλλον που ν' αντιπαρέρχεται το παρόν· τακτοποιεί τα γεγονότα όπως του αρέσει, όπως θέλει, με αγάπη, έτσι ώστε να προφυλάξει απ' το παρόν το μέλλον.>> (σελ.65)
πόσες φορές έχουμε κάνει κάτι αντίστοιχο; 

Ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, μιλά για τη διαχείριση του φόβου κατά την αναμονή των μελλούμενων ή αλλιώς της συνέχειας του μυθιστορήματος που λέγεται ζωή.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Χριστουγεννιάτικο Αφιέρωμα | Ο Λήσταρχος Μανωλιός και τα Βαυαρικά Χριστούγεννα! | Ντίνος Χατζηγιώργης


Μια φορά κι έναν καιρό, φύγαν οι Τούρκοι από την Εύβοια και ξεκίνησε το παραμύθι. Δύσκολοι καιροί, φτώχεια και ένας κρύος χειμώνας πέφτει πάνω στο μικρό χωριό της ιστορίας μας. Καθόταν στα χιονισμένα κεραμίδια της παπα-Λάμπραινας, ο Λήσταρχος ο Μανωλιός, όπως συνήθιζε, δίπλα στην καμινάδα που κάπνιζε ζεστή. Από εκεί παρατηρούσε τις στέγες των συγχωριανών του. Τυλιγμένο με την τρύπια προβιά ενός λύκου, που είχε κρεμάσει δίπλα στο τζάκι ένας παππούς του κάποτε, το επτάχρονο αγόρι μελετούσε το πλιάτσικο που ορεγόταν να κουρσέψει.


Είχε δουλέψει σκληρά στον μύλο του Χουσεΐν, για να εξασφαλίσει καλό αλεύρι για την μάνα του, ίσα όσο χρειαζόταν για να φτιάξει εκείνη το χριστόψωμο τους για τα Χριστούγεννα. Τρώγανε το μισό και φύλαγαν το υπόλοιπο για «βασιλόπιτα» την πρωτοχρονιά. Χαμηλή ήταν η φωτιά στο καλύβι τους φέτος τις γιορτές και η μάνα του κειτόταν άρρωστη κι ανήμπορη στο κρεβάτι. Ένα χριστόψωμο κατάφερε να ψήσει η άμοιρη και άλλο τίποτα δεν είχαν για να φάνε. Ήταν δύσκολη εποχή για όλους, δεν την είχε ζήσει τη σκλαβιά ο Μανωλάκης, άκουγε όμως τις αφηγήσεις των παλιών και είχε θεριεύσει η φαντασία του. Ένα σπασμένο σπαθί είχε βρει σε μια τρύπα στην ακτή, που μάλλον είχε πέσει από κάποιον κουρσάρο στην κάψα κάποιας μάχης. Αυτό φορούσε περασμένο στη μέση του, και ήταν ταμάμ ό,τι πρέπει με το μπόι του. Η παπα-Λάμπραινα είχε ένα χρυσό φλουρί, το ίδιο χρυσό φλουρί που έβαζε κάθε χρόνο στη βασιλόπιτα της. Ο κυρ-Θόδωρας είχε μια γριά κότα παχουλή-παχουλή εκεί στο κοτέτσι του. Την ετοίμαζε για ανήμερα, με πατάτες στο φούρνο, όπως έλεγαν οι χωριανοί και ξερογλείφονταν. Και πιο κάτω ήταν το δίπατο του προεστού με όλων των ειδών τα κασέρια και λουκάνικα που φύλαγε στο κελάρι του. Ο λήσταρχος Μανωλιός, θα τους κούρσευε μόλις έπεφτε το σκοτάδι, όταν θα έλειπαν όλοι τους στην εκκλησιά για την λειτουργία. Πριν επιστρέψει στο μικρό φτωχικό του, αγνάντεψε και τη μεγάλη βαυαρική φρεγάτα που είχε αγκυροβολήσει έξω από το λιμάνι τους. Είχε φτάσει πριν λίγες μέρες από την Οθωνούπολη και έπλεε τώρα ακίνητη και φωταγωγημένη σαν ένα μαγικό λυχνάρι βγαλμένο από παραμύθια. Είχε δει κάποιους από τους ναύτες της που έρχονταν και δοκίμαζαν κρασιά στο καπηλειό του Θωμά ή στη ταβέρνα του Αργύρη, πριν γυρίσουν στις βάρκες τους τρικλίζοντας και τραγουδώντας τους συνηθισμένους τους γλωσσοδέτες. Ας είχε δική του συμμορία με δυο-τρεις βάρκες, θα κούρσευε  και τη φρεγάτα.


Στενοχωριόταν ο Μανωλάκης όπως έβλεπε την μάνα του να κοιμάται τώρα, βαθιά στη μπαλωμένη κουβέρτα της, να μουρμουράει ακαταλαβίστικα στον ύπνο και στον πυρετό της. Θα χτυπούσε κελάρια και κοτέτσια κυρίως για χάρη της. Μόλις λοιπόν έπεσε το σκοτάδι και σίγησαν οι καμπάνες, ετοιμάστηκε, άφησε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά μην και ξεμείνει από ζέστη η μαμά του. Πέρασε το σπαθί στη ζώνη του, έβαλε στη τσέπη λίγο χριστόψωμο μη και πεινάσει, τυλίχτηκε με το τομάρι του λύκου και βγήκε μουλωχτά στα χιονισμένα σοκάκια του χωριού. Είχε φεγγάρι στον ουρανό να του δείχνει τον δρόμο και μέχρι της παπαδιάς δεν συνάντησε ευτυχώς ψυχή. Όπως διέσχιζε τις σκιές των στενών καλντεριμιών, του’ρχόταν η τάση να σφυρίξει κάποιο ηρωικό κλέφτικο, σαν αυτό που θα έφτιαχναν για αυτόν, όταν θα τραγουδούσαν τα κατορθώματα του. Στο στενό δίπλα στης παπα-Λάμπραινας, έπεσε έκπληκτος πάνω στην Κλο-Κλο την αλανιάρα, τη στρουμπουλή κότα του κυρ-Θόδωρα. Είχε αποδράσει από το κοτέτσι της και σκάλιζε αμέριμνη τώρα μια τούφα χιονισμένο χορτάρι. Ο Μανωλάκης δεν πίστευε στην τύχη του. Είδε αμέσως με την φαντασία του την αχνιστή σουπίτσα και τα ροδοκόκκινα μπουτάκια που θα μοιραζόταν με την μανούλα του. Άπλωσε τα χεράκια του και με το που τη σήκωσε στον κόρφο του, σκοτείνιασε ξαφνικά ο ντουνιάς. Βγήκε μέσα από τις σκιές ψηλός και τρομερός δαίμονας με κέρατα. Κόκαλο έμειναν λήσταρχος και πουλερικό.

«Βρε-βρε ένας κλεφτοκοτάς!» είπε στην γλώσσα του ο διάβολος.


Ο Φρίντριχ, γιατί αυτό ήταν το όνομα του δαίμονα, ήταν ναύτης της Βαυαρικής φρεγάτας, κι απόψε, παραμονή Χριστουγέννων, είχαν γλέντι πάνω στο σκαρί. Έθιμο είχαν την παραμονή, τον Άγιο Νίκολα να φέρνει δώρα στα φρόνιμα παιδάκια, και τον τρομερό καλικάντζαρο Κράμπους να τιμωρεί τα άτακτα. Ατύχησε στο σουλούπι ο Φρίντριχ και κάθε χρόνο τον ανάγκαζαν να αναλάβει τον ρόλο. Είχαν κρασιά και μπύρες στη φρεγάτα, αλλά ο ναύτης είχε γλυκαθεί την ρετσίνα του Θωμά, και καθώς είχε ξεμείνει, είχε βγει με βάρκα στο χωριό να γεμίσει μια νταμιτζάνα. Μεθυσμένος καθώς ήταν, δεν μπήκε στον κόπο να βγάλει τη στολή του. Που να το καταλάβουν στο καπηλειό που τον κοίταζαν περίεργα, τον καλικάντζαρο με τα κέρατα που παράγγελνε ρετσίνα. Όπως σήκωνε από το τομάρι το μικρό χαμίνι, έτσι τον κοίταγε τώρα κι εκείνο, με γουρλωμένα τα μάτια.

«Πρώτη φορά βλέπω αρνάκι σε τομάρι λύκου» είπε σε σπαστά ελληνικά ο Φρίντριχ, «Για λέγε μικρέ, δική σου είναι αυτή η κότα;»

Ο Μανωλάκης τράβηξε το σπαθί του και προσπάθησε να τον καρφώσει αλλά η λεπίδα ήταν κοντύτερη από το μπράτσο του ψηλόλιγνου Βαυαρού. Κάγχασε ο Φρίντριχ και με το άλλο χέρι άρπαξε το σπασμένο ξίφος από τον αιχμάλωτο του.

«Καλά το κατάλαβα εγώ ότι είσαι άτακτο παιδί εσύ! Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι ο Κράμπους, κι εγώ τιμωρώ τα άτακτα παιδιά!»

Του’ρθε περίεργη ιδέα του μεθυσμένου ναύτη, και λίγο σχοινί και τρεις ναυτικούς κόμπους μετά, λήσταρχος και Κλο-Κλο βρέθηκαν στη βάρκα να πλέουν προς τη φρεγάτα, με τον Κράμπους να στριγγλίζει κάποια Βαυαρικά κάλαντα τραβώντας κουπιά.


Στη Γκρόσε Ούμπαπα ο ρόλος του Άγιου Νίκολας ανήκε κάθε Χριστούγεννα στον καπετάνιο της. Την κοιλίτσα του και τα ροδοκόκκινα μάγουλα τα είχε έτοιμα ο χερ Κάσπαρ, το ίδιο και την μακριά μεταξωτή ρόμπα που του είχε μείνει από μία πρώην σύζυγο. Το αφράτο λευκό μούσι μόνο πρόσθετε κι έναν μυτερό σκούφο για να ολοκληρώσει την εικόνα. Καθόταν τώρα δυστυχής στην καμπίνα του και άκουγε το πλήρωμα στο κατάστρωμα που χόρευε, τραγουδούσε κι έπινε, αδυνατώντας να συμμετάσχει. Ντυμένος στον γιορτινό του ρόλο, καθισμένος στην πολυθρόνα του, ήταν κυκλωμένος από ποτά και εδέσματα που δεν είχε καμιά διάθεση να δοκιμάσει. Τον είχε χτυπήσει για άλλη μια φορά η κατάρα της ποδάγρας, με το αριστερό πόδι πάνω στο μαξιλάρι, και το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του κόκκινο και τουμπανισμένο. Μελετούσε την μιζέρια του ο χερ καπετάνιος όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε μέσα ο Φρίντριχ, σκνίπα φυσικά, με δύο παράξενους αιχμαλώτους ανά μασχάλη.

«Άγιε Νικόλα μου, κοίτα τι σού’φερα! Βρήκα έναν άτακτο κλεφτοκοτά» φώναξε με στόμφο ο Φρίντριχ, πριν καταρρεύσει σε μια καρέκλα. «Τον έφερα για να τον τιμωρήσουμε» πρόλαβε να πει ο καλικάντζαρος πριν αρχίσει να ροχαλίζει αναίσθητος.

Ο Μανωλάκης και η Κλο-Κλο βρέθηκαν στο κέντρο της καμπίνας να αλληλοκοιτάζονται έκπληκτοι με τον Άγιο. Το αγόρι περιεργαζόταν τα γιορτινά στολίδια, όπως άστραφταν φωταγωγημένα από τα κεριά και τα λυχνάρια. Στην μία γωνία υπήρχε ένα ψηλό Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πρώτο που έβλεπε ο Μανωλιός στη ζωή του. Εκτός από μπιχλιμπίδια, κρέμονταν από αυτό μπισκότα και κουλουράκια και σοκολατάκια. Στο δίπλα τραπέζι ασημένιες πιατέλες ήταν φορτωμένες με ροδοκόκκινα, μελωμένα κρεατικά, κροκέτες γεμιστές με λαχανικά, κέικ, τούρτες και πίτες, μαζί πολύχρωμες κανάτες με κρασιά και λικεράκια. Το ίδιο θαυμαστός ανάμεσα σε αυτά κι αυτός ο πολύχρωμος Άγιος που έμοιαζε να είχε κατέβει ζωγραφιστός από τον τρούλο της εκκλησίας του χωριού.


Μέσα στον πόνο του, ο καπετάν-Κάσπαρ έγειρε προς το παιδί και του χαμογέλασε καλόκαρδα.

«Εμένα μου δείχνεις για καλό παιδί» είπε, «έλα, πλησίασε να σε λύσω».

Σαν υπνωτισμένο, το αγόρι ανταποκρίθηκε στη χειρονομία του καπετάνιου και σε λίγο ήταν ελεύθερο κι ετοιμοπόλεμο. Κοίταζε γύρω του όλο αυτό το πλιάτσικο και σκεφτόταν πώς να το αρπάξει. Ο Άγιος πήρε ένα σοκολατάκι και του το πρόσφερε. Ω η πανδαισία στον ουρανίσκο, γιατί ω ναι, ήταν και η πρώτη σοκολάτα για τον Μανωλάκη! Χωρίς να το πολυσκεφτεί, το παιδί έβγαλε από την τσέπη του το χριστόψωμο και το πρόσφερε με τη σειρά του στον Άγιο. Εκείνος ξαφνιάστηκε από το ψωμί με τα περίτεχνα σχέδια στην κρούστα του και δοκίμασε μια μπουκιά. Ίσως δεν ήταν γλυκό σαν τα ψωμιά που είχε συνηθίσει αλλά ήταν όντως νόστιμο. Γέμισε στη συνέχεια ο Άγιος ένα ποτηράκι με λικέρ και το πρόσφερε κι αυτό στο αγόρι.

«Για το καλό» είπε, «Καλά Χριστούγεννα!»

Το λικέρ έκαψε ευχάριστα τον λαιμό και ζέστανε την καρδιά του αγοριού. Ο Άγιος άρχισε τότε να απαγγέλει την «Άγια Νύχτα» με μια φωνή που στο παιδί ακουγόταν σαν χορωδία αγγέλων. Κι όταν είχε τελειώσει το τραγούδι, ο καπετάνιος αντιλήφθηκε ότι δεν πονούσε πια. Η ποδάγρα του είχε εξαφανιστεί σαν από θαύμα. Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να κάνει χαρούμενος πιρουέτες, ενώ ο Μανωλιός βρήκε την ευκαιρία να γεμίσει την τσέπη του με κουλουράκια, μπισκότα και καραμέλες, τσιμπολογώντας ταυτόχρονα και κοψίδια. Ο Κράμπους άνοιξε εκείνη τη στιγμή τα μάτια του και είδε το αγόρι να πλιατσικολογεί. Και την Κλο-κλο από δίπλα που χλαπάκιαζε μεζέδες με δέκα ράμφη.

«Καπετάνιε, μας ληστεύουν!» φώναξε.

«Άσε το παιδί να πάρει» είπε ο Άγιος, «Δώσ’του κι άλλα! Έχουμε Χριστούγεννα! Χρόνια πολλά σε όλους!»


Χαράματα ανήμερα, γύρισε με την Κλο-Κλο στο καλυβάκι του, σέρνοντας έναν μεγάλο τορβά καλούδια μαζί του. Ο ουρανός ήταν κατσουφιασμένος και άρχισε να χιονίζει πάλι, αυτό όμως δεν θα πτοούσε το μικρό φτωχικό. Το αγόρι κρέμασε το λυκοτόμαρο δίπλα στο τζάκι και έριξε μερικά ξύλα παρά πάνω στη φωτιά. Φωτίστηκε σαν αρχοντικό το ταπεινό σπιτάκι που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα αυτό το βράδυ από τους πιο εύπορους μαχαλάδες. Έστρωσε το παιδί το τραπέζι που το γέμισε με πήλινες πιατέλες γεμάτες ξηρούς καρπούς, πικάντικα σαλαμάκια, γλυκούς και αλμυρούς μεζέδες, τραγανές φτερούγες πάπιας, μπριζολάκια χοιρινά, τσουρέκια με σταφίδες και δύο κανάτες κρασί. Την Κλο-Κλο την έκρυψε στο καλύβι του σκύλου για να γλυτώσει τις πατάτες τις φουρνιστές, προσωρινά εννοείται. Και μόλις ήταν όλα έτοιμα, πήγε ανυπόμονα να ξυπνήσει την μανούλα του.

«Καλά Χριστούγεννα μαμά» είπε χαμογελώντας.





Τέλος


Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Χριστουγεννιάτικο Αφιέρωμα | Μαρία Χατζηχριστοδούλου - Το άστρο των Χριστουγέννων


Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη.
Μια φάτνη με την Παναγία και το θείο βρέφος κούκλα σκεπασμένη με την κουβερτούλα της.
Έξω από τη φάτνη στημένο σαν φρουρός το αστέρι των Χριστουγέννων, λευκή στολή και κοντάρι ξύλινο με το χάρτινο ασημένιο άστρο στην κορφή.
Μουτρωμένο το αστέρι· η μνήμη με περιγελά με τρυφερότητα.


Τετάρτη δημοτικού και η δασκάλα είχε πει θα φτιάξουμε μεγάλη φάτνη, θα είστε όλοι στην αναπαράσταση. 
Η Παναγία, ο Ιωσήφ, βοσκοί, μάγοι, προσκυνητές. Μια ολόκληρη τάξη για τη ζωντανή φάτνη, ενθουσιασμός και παιδική ανυπομονησία.
Με λένε Μαρία, είμαι η μόνη Μαρία, θα είμαι σίγουρα η Παναγία, η χαρά παίζει κρυφτό με την αγωνία.
Ο Ιωσήφ βρέθηκε αμέσως, είναι ο Μανώλης.
Η δασκάλα μάς κοιτάζει με βλέμμα βιαστικό εμάς τα κορίτσια, με προσπερνά σα να μη με λένε Μαρία.
Λενιώ, εσύ θα ντυθείς Παναγία. Κόκκινα φουσκωτά μάγουλα, φεγγάρι το πρόσωπο, μαύρα στρογγυλά μάτια, έτσι θα ήταν η Παναγία, αναγεννησιακή, με τη μαντίλα της τυλιγμένη.


Αχ γιαγιά, καλά μου τα έλεγες, φάε παιδάκι μου, σαν της Μπιάφρας* τα καημένα είσαι, τρώγε όλο το φαΐ σου, δεν βλέπεις το Λενιώ πώς μπουκώνει τους κουραμπιέδες δυο δυο;
Άσε το παιδί, μάνα, μια χαρά είναι, δεν χρειάζεται να γίνει φραντζολίτσα.
 
Τώρα η φραντζολίτσα καμαρώνει Παναγία με την κούκλα της αγκαλιά κι εγώ απέξω, ακίνητη, το πιο θυμωμένο αστέρι των Χριστουγέννων.
 
Γιαγιά, καλά τα έλεγες, ήξερες εσύ, οι καλοταϊσμένοι πάντα μέσα στις φάτνες, οι άλλοι απέξω.


*Μπιάφρα : νεοσύστατο κράτος της Αφρικής που  τη δεκαετία του '70 έγινε συνώνυμο των παιδιών που λιμοκτονούσαν.



Επιμέλεια κειμένου: Νινέτα Πλυτά

Βιογραφικό της συγγραφέα

Η Μαρία Χατζηχριστοδούλου γεννήθηκε το 1965 και μεγάλωσε στην Κάλυμνο, όπου επιστρέφει κάθε καλοκαίρι. 
Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ έχοντας επιλέξει το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 
Αγαπά τη ζωγραφική όσο και τη λογοτεχνία και συχνά η πρώτη γίνεται πηγή έμπνευσης και για τη δεύτερη.
Από τις εκδόσεις Σμίλη κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, μια εφηβική νουβέλα (Αθήνα, 2019) με τίτλο «ο Κάβος του φεγγαριού» ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε και το δεύτερό της βιβλίο με μικρά πεζά από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος (Αθήνα, 2021) με τίτλο «Ο Κήπος της μνήμης». Αρθρογραφεί στο ηλεκτρονικό έντυπο Artinews συμμετέχοντας με μικρά πεζογραφήματα.
Είναι μητέρα μιας υπέροχης κόρης.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

«O Δημήτρης Σαρασίτης στο Εικαστικό Ημερολόγιο της Νικολένας Καλαϊτζάκη»


Επιμέλεια Συνέντευξης: Νικολένα Καλαϊτζάκη

 

 



Η ενασχόληση σας με την ζωγραφική σας γεμίζει στο 100%; Σας καθιστά "ευτυχισμένο";

Δεν θα μπορούσε να με ικανοποιεί η ζωγραφική στο 100%. Κι όσο για την ευτυχία, ας πούμε ότι τη νιώθω στιγμιαία, όταν καταλάβω ότι "εμβαθύνω" λίγο περισσότερο σε αυτό που κάνω.

Πέραν της ζωγραφικής, ποια άλλα "πράγματα", σας χαρίζουν αυτό το πολύτιμο αίσθημα της "πληρότητας";

Η ανάγνωση, λίγη μουσική, μερικά φτηνά πούρα, και η επαφή μου με ορισμένους ανθρώπους, συνθέτουν την καθημερινότητα μου. Το αίσθημα "πληρότητας", το έχω κυρίως, όταν γυρίζω μόνος μου τα βουνά της Ελλάδας με τη μηχανή μου, παρέα με τα βιβλία μου.


Ποια είναι η βασική θεματολογική κατεύθυνση των έργων σας;Τι θέλετε να εκφράσετε μέσα από τα έργα σας και πόση αξία δίνετε στην τεχνική τους απόδοση;

Αυτή την περίοδο μ' ενδιαφέρει η προσέγγιση της ανθρώπινης φιγούρας.

Η κάθε είδους τεχνική είναι απαραίτητη στον βαθμό που εξυπηρετεί τους σκοπούς του καλλιτέχνη. Από μόνη της, έχει περιορισμένη σημασία. Εκείνο που θέλω να εκφράσω είναι αυτό που συμβαίνει όταν υπερβώ το πρόβλημα της φόρμας. Είναι μάλλον ένα είδος συναισθηματικής ταύτισης με το παρατηρούμενο πρόσωπο σε συνδυασμό με το βύθισμα στον εαυτό μου. Και για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Vasili Kandinsky: «σκοπός μου είναι να ρίξω λίγο φως στην καρδιά του θεατή».


Θα επιθυμούσατε να μας δώσετε έναν ορισμό για την Τέχνη;

«Ναι. Τέχνη είναι ο μετασχηματισμός του πνεύματος σε ύλη, και της ύλης σε πνεύμα». Και κατά τον Georges Braque: «ότι αξίζει στην Τέχνη, είναι αυτό που δεν εξηγείται».

Υπάρχει αλήθεια "καλή" και "κακή" ζωγραφική; Και αντίστοιχα "καλός" και "κακός" ζωγράφος; Η αξιολόγηση της Τέχνης και των εκπροσώπων της και η ταξινόμηση της σε "ποιοτικούς" και "μη" είναι τελικά "αντικειμενική" ή "υποκειμενική" υπόθεση που αφορά περισσότερο τα άτομα που εμπλέκονται με αυτήν (καλλιτέχνες, γκαλερίστες, επιμελητές) παρά το φιλότεχνο κοινό;

Υπάρχουν ζωγράφοι που έχουν επάρκεια των μέσων που χρησιμοποιούν, σε σχέση με αυτό που θέλουν να φτιάξουν. Υπό αυτήν την έννοια, είναι καλοί ζωγράφοι. Υπάρχουν ζωγράφοι, εδώ και πολλά χρόνια, που σκοπίμως καταργούν, καθιερωμένες αξίες, προκειμένου να εκφραστούν, και είναι κι αυτοί καλοί ζωγράφοι. Εν τέλει αυτό που ενδιαφέρει είναι αυτό που περνάει στον θεατή ως ενέργεια. Ο διαχωρισμός ζωγράφου και καλλιτέχνη είναι συχνά δυσδιάκριτος. Θα τολμούσα να πω ότι ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί την ζωγραφική ως φορέα "βαθύτερων" καταστάσεων. Οι όποιες ταξινομήσεις είναι εν μέρει "αντικειμενικές" και εν μέρει "υποκειμενικές". Το φιλότεχνο κοινό επηρεάζεται απ' αυτά που ακούει. Κατά τον Francis Bacon, χρειάζονται πενήντα έως εκατό χρόνια, μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, για να αποφανθούμε γι' αυτόν.

Υπάρχουν "κλίκες" που "ανεβάζουν" ή "κατεβάζουν" καλλιτέχνες; Κατά πόσο οι κατάλληλες δημόσιες σχέσεις βοηθούν έναν καλλιτέχνη να ανελιχθεί ή μη;

Θα απαντήσω καταφατικά στην παραπάνω ερώτηση. Κατά περιόδους εμφανίζονται διάφορες μόδες, που έχουν διάρκεια, για κάποιο διάστημα. Μόνο ο χρόνος είναι εκείνος που δοκιμάζει τις αντοχές του έργου. Όσο για τις δημόσιες σχέσεις, μπορούν να βοηθήσουν στην ανέλιξη ενός καλλιτέχνη. Όμως ό,τι και να κάνει κανείς, έχει και το ανάλογο τίμημα. Υπάρχει το ενδεχόμενο, "μες την πολλήν συνάφεια του κόσμου", να χαθεί ένα κομμάτι του εαυτού του, που πιθανόν, να μην ξαναβρεθεί ποτέ. Για να κλείσω το θέμα θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το "Σμιλεύοντας τον χρόνο" του Αντρέι Ταρκόφσκι: «Πράγματι είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις μια σκηνή μόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων. Ωστόσο αρκεί να κάνεις μόνο ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, και είσαι ολότελα χαμένος».

Στις μέρες μας, πολλοί καλλιτέχνες, και ιδίως νεότεροι, δυσαρεστούνται επειδή τα έργα τους δεν πωλούνται, από μεριάς των γκαλεριστών, και σταματούν εξαιτίας αυτού, να είναι παραγωγικοί και να λαμβάνουν μέρος σε εκθέσεις. Από την άλλη, οι περισσότεροι συλλέκτες τείνουν να αγοράζουν κατά κανόνα έργα καταξιωμένων καλλιτεχνών. Πώς το βλέπετε αυτό; Θα έπρεπε να αλλάξουν κάποια πράγματα ριζικά;

Διανύουμε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης. Σε τέτοιες περιόδους, έχει παρατηρηθεί μια τάση προς αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "σταθερές αξίες". Όλες σχεδόν οι αξίες, εκτός από εκείνες που ανταποκρίνονται στις βασικές ανάγκες του ανθρώπινου είδους είναι κατασκευάσματα. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπ' όψιν μας, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι συλλέκτες, στρέφονται προς επιλογές με "εγγυημένη απόδοση". Όταν ένα έργο προτείνεται προς πώληση, γίνεται  "προϊόν" με την αγοραία έννοια. Παρ' όλα αυτά ένας νέος καλλιτέχνης, εάν μπορεί κανείς να διαβλέψει την θετική εξέλιξη του, θα είναι πάντα μια ευκαιρία. Όσο η κατάσταση παραμένει ίδια, οι επιλογές της αγοράς δεν πρόκειται ν' αλλάξουν. Η μοναδική διέξοδος σε αυτήν την περίπτωση είναι το άνοιγμα προς αγορές του εξωτερικού. Το θέμα με τις εκθέσεις είναι διαφορετικό. Όταν εκτίθεται ένα έργο, ο δημιουργός έχει την δυνατότητα να δει την λειτουργία του στον χώρο, και να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για την πρόοδο του. Εάν πουληθεί έχει έναν επιπλέον λόγο για να συνεχίσει να παράγει.

Εκτός από καταξιωμένος εικαστικός με ενεργή πορεία είστε, εδώ και χρόνια, και καθηγητής σχεδίου στο εργαστήριο που διατηρείτε και προετοιμάζετε τους μαθητές σας για την εισαγωγή στις σχολές Καλών Τεχνών της χώρας. Ποια είναι τα μυστικά της επιτυχίας όσων έχουν καταφέρει να περάσουν;

Οι μαθητές σε διαφορετικά ποσοστά αντιδρούν είτε με το συναίσθημα, είτε με την λογική. Ανάλογα την περίπτωση, ενισχύω την μια ή την άλλη τάση (δηλαδή το συναίσθημα με ποσοστά λογικής ή το αντίθετο). Το φυσικό αποτέλεσμα, συνδυαζόμενο με στοιχεία όπως οι αναλογίες και η σύνθεση, συμβάλλουν στην επιτυχία.

Θεωρείτε πως το διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης συμβάλλουν βοηθητικά στην ανάδειξη του έργου των σύγχρονων καλλιτεχνών;

Σε κάθε περίπτωση συμβάλλουν. Πληροφορίες που παλαιότερα ήθελαν χρόνο και ψάξιμο σε βιβλιοθήκες, τώρα τάχιστα μεταδίδονται, σε όλον σχεδόν τον κόσμο. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την απευθείας επαφή.

Θα επιθυμούσατε να παραθέσετε Έλληνες και ξένους εικαστικούς καλλιτέχνες, σύγχρονους αλλά και διαχρονικούς, που θαυμάζετε για το έργο τους;

Θα μπορούσα να περιγράψω την εμπειρία που είχα από μερικούς καλλιτέχνες. Δεν έχω επισκεφτεί αρκετά μουσεία, και όταν πήγα στο Παρίσι το 1996, το George Pompidou ήταν κλειστό. Μου έκανε τρομερή αίσθηση πόσο ανάλαφρα ήταν τα έργα του Pierre Bonnard. Ο Picasso μου αρέσει περισσότερο όταν δω λίγα έργα του. Μου είχε προκαλέσει έντονη εντύπωση ένα έργο του Georges Braque που είχα δει στην Άνδρο. Δύο έργα του Paul Klee, τα οποία μου άρεσαν πολύ, λόγω της μουσικότητας τους. Η ένταση που απέπνεε το έργο του Ροντέν. Η ζωγραφική του Rene Magritte. Στην αίθουσα Νίκος Κεσσανλής, όταν ανέβηκα στο βάθρο που ήταν εκτεθειμένο ένα πιάνο του Joseph Beus, ένιωσα ένα είδος "δόνησης". Αυτό μου ήταν αρκετό. Περνώντας μια μέρα έξω απ' την πινακοθήκη, μπήκα να δω μια αναδρομική του Αλέξη Ακριθάκη, για τον οποίο άκουγα πολλά, αλλά απ' τις φωτογραφίες δεν τον καταλάβαινα. Μπαίνοντας ένιωσα μεγάλη χαρά. Πρόσφατα, ανακάλυψα στο διαδίκτυο  τα λουλούδια του Emil Nolde...Όταν πήγα να δω την Τζοκόντα, είχα σκοπό να την απομυθοποιήσω. Κι όμως όλα τα έργα γύρω απ' αυτήν ήταν ζωγραφική. Η Τζοκόντα έχει υπερβεί την ζωγραφική. Είναι κάτι άλλο. Πήγα κατ' επανάληψη στην Αφροδίτη της Μήλου, η οποία αν και θεά του Έρωτα, της ομορφιάς και της σεξουαλικότητας, παρουσιάζεται ως μία ρωμαλέα γυναίκα, χωρίς ίχνος τρυφηλότητας ή ηδυπάθειας. Μου είχε κάνει εντύπωση στο μουσείο του Βερολίνου, ο τρόπος με τον οποίο είχε ανατρέψει τον χώρο σε ένα έργο του ο Velasquez. Όπως και το πιο ελεύθερο έργο που έχω δει του Paul Rubens, στο ίδιο μουσείο. Στα έργα του Vermeer που είδα στο Βερολίνο σε εκείνα στα οποία είχε μία φιγούρα  διατηρούσε σε μεγαλύτερο βαθμό τη συνοχή της σύνθεσης. Η λιτή αυστηρότητα του έργου του παραπέμπει όντως στην αρχαία Ελλάδα, όπως είχε πει ο Γιάννης Τσαρούχης. Από την επίσκεψη μου στο  Reina Sofia, στη Μαδρίτη, θυμάμαι τα έργα του Fontana. Από τους Έλληνες μου αρέσει ο Μιχάλης Οικονόμου, απ' τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο όχι τα τελευταία, κι απ' τον Τσαρούχη τα πρώιμα. Επίσης η ευαισθησία του Παναγιώτη Φειδάκη. Και άλλους πολλούς, που μάλλον θα μακρηγορούσα εάν συνέχιζα. Υπάρχουν πολλοί σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί, σε όλους τους τομείς, στους οποίους θα προτιμούσα να μην αναφερθώ προκειμένου να μην αδικήσω κάποιους.

Επίσης με γλυκαίνει η αθωότητα της παιδικής ζωγραφικής...


***

Ο Δημήτρης Σαρασίτης σπούδασε αρχικά σχέδιο με τους Γ. Μπουρναζάκη και Ν. Στέφο και στην συνέχεια ζωγραφική και αγιογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας (1990-1996) με δασκάλους τους: Π.Τέτση, Ρ. Παπασπύρου και Δ. Μυταρά. Έχει πραγματοποιήσει τρεις ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές (ενδεικτικά: γκαλερί Αδάμ, 1999 / γκαλερί Έκφραση, 2008 / γκαλερί Σκουφά, 2016). Έργα του βρίσκονται στην Πινακοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, στην Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος, στο Μουσείο Φρυσίρα, στη Συλλογή Azias και Anthony Hatziioannou, στο Μουσείο Βορρέ καθώς και σε διάφορες ελληνικές και ξένες συλλογές.

 

*

*Η Νικολένα Καλαϊτζάκη είναι Ιστορικός της Τέχνης, Επιμελήτρια Εκθέσεων,

ΜΑ Δημοσιογράφος και μέλος της AICA Ελλάδος

https://nikolenakalaitzaki.wordpress.com

 


Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Αφιερωμένο στο Διονύσιο Σολωμό το 64ο Φεστιβάλ Φιλίππων

 64ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

03.07.2021 – 05.09.2021

Διονύσιος Σολωμός – Ύμνος εις την Eλευθερίαν
 

Κάθε φορά που σημειώνεται στη σκέψη μας κάτι φωτεινό, 
κάθε που δοκιμάζεται γενναίο βήμα προς τα εμπρός, 
το φως έρχεται και το βήμα γίνεται με το σύνθημα «Σολωμός».
Κωστής Παλαμάς


Ενσωματωμένη εικόνα


Φέτος, το Φεστιβάλ Φιλίππων έχει σύνθημα. Έχει για σύνθημά του τη λέξη «Σολωμός». Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος θα είναι του Διονυσίου Σολωμού.


Γιορτάζουμε τη μεγάλη επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση «διαβάζοντας» ολόκληρο το έργο του Εθνικού μας Ποιητή, προσκαλώντας Έλληνες και ξένους μελετητές, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, χορευτές, μουσικούς, συγγραφείς, κινηματογραφιστές, φωτογράφους, να φτιάξουν παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις, ομιλίες και δράσεις πάνω στο έργο του, πάνω σε αυτή τη μεγάλη στιγμή της πατρίδας μας.


Θα τρέξουμε στα γνωστά στέκια, που τόσο επιτυχημένα μας έχει συστήσει το Φεστιβάλ – και με μεγάλη μας χαρά βλέπουμε να αξιοποιούνται και από άλλους θεσμούς της πόλης, και αυτό είναι μεγάλο κέρδος - αλλά θα προτείνουμε και νέους, απρόβλεπτους χώρους, που το Φεστιβάλ έχει τον τρόπο του να ανακαλύπτει και να αναδεικνύει.


Με τη σύμπραξη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου του Παλέρμο (Universita degli Studi di Palermo) θα γίνουν αναγνώσεις του έργου του Σολωμού από τις καθηγήτριες Κατερίνα Τικτοπούλου και Maria Rosa Caracausi, σε συνεργασία με σπουδαστές, μεταπτυχιακούς φοιτητές και ηθοποιούς, όπου μεταξύ άλλων θα παρουσιαστούν τα τρία στάδια επεξεργασίας της «Γυναίκας της Ζάκυθος» από τη Λυδία Φωτοπούλου και τον Δημήτρη Ναζίρη υπό την καθοδήγηση της Γλυκερίας Καλαϊτζή. Στις αναγνώσεις αυτές θα προστεθούν οι ομιλίες των συγγραφέων και μελετητών του Σολωμού, Παντελή Μπουκάλα και Διονύση Καψάλη.


Οι θεατρικές ομάδες της Γεωργίας Μαυραγάνη, της Έλενας Μαυρίδου και της Αμερικανίδας Laura Tesman, θα παρουσιάσουν αντίστοιχα τον Διάλογο, τον Λάμπρο και τον Ύμνο στην Ελευθερία μεταφρασμένο στα αγγλικά όπου συνοδευτικά, σε μορφή ντοκιμαντέρ, Ελληνοαμερικανοί μετανάστες απαγγέλλουν και τραγουδούν τον Εθνικό μας Ύμνο.


Οι συγγραφείς Άκης Δήμου, Γλυκερία Μπασδέκη και Χάρης Μιχαλόπουλος, μετά από παραγγελία του Φεστιβάλ, γράφουν τρεις θεατρικούς μονολόγους (με θέμα τον Σολωμό) για να παρουσιαστούν από τους ηθοποιούς Δέσποινα Παπάζογλου, Μάρω Παπαδοπούλου, Άρη Νινίκα και τον μικρό Φώτιο Ευαγγελίδη, ενώ ο σκιτσογράφος Δημήτρης Χαντζόπουλος σχεδίασε ψηφιακά, ειδικά για το Φεστιβάλ Φιλίππων, το πορτραίτο του Διονυσίου Σολωμού ως την κεντρική αφίσα της φετινής διοργάνωσης. Επίσης, η θεατρική ομάδα Κουίντα (Παύλος Σταυρόπουλος και Ναταλία-Άννα Βασιλέκα) παρουσιάζουν τον Κρητικό, ο ποιητής και performer Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος συνομιλεί με τον Πόρφυρα, ο συνθέτης Νίκος Ξυδάκης «ξαναδιαβάζει» - με δικές του μελωδίες - ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού σε μια συναυλία με τίτλο Διονύσιος Σολωμός –Ένα μουσικό ποιητικό σχεδίασμα, η ερμηνεύτρια Νιόβη Κλαυδιανού με τον συνθέτη Σπύρο Σουλαδάκη, ετοιμάζουν μια μουσική παράσταση σε ποίηση του Σολωμού και η ομάδα χορού «Πρόσχημα» της Μαρίας Κολιοπούλου δημιουργεί μια παράσταση για ζητήματα ταυτότητας και ελευθερίας.






Επίσης, φέτος – λόγω του «καιρού» και της δυσκολίας – ξεκινήσαμε νωρίς, με δοκιμές και ασκήσεις. Bρεθήκαμε στο 1ο Δημοτικό Σχολείο, στην Καβάλα, στη χερσόνησο της Παναγίας, σε ένα κτίριο κλειστό, βουβό τα τελευταία χρόνια, το ανοίξαμε, καθίσαμε στα θρανία του και στο προαύλιό του, καλέσαμε και τους μαθητές του 7ου Δημοτικού Σχολείου, μαθητές κι εμείς μαζί τους, διαβάσαμε προσεκτικά και προσπαθήσαμε να απαγγείλουμε από στήθους τους πρώτους στίχους, τα νεανικά γυμνάσματα, μελετήσαμε τα ποιήματα «της ετοιμασίας» του μεγάλου του έργου για να καταλήξουμε στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», στις 158 στροφές του. Αυτή μας η εργασία κινηματογραφήθηκε από τον Γιάννη Καραπιπερίδη και θα προβληθεί στο μεγάλο αφιέρωμα του Φεστιβάλ στον Διονύσιο Σολωμό.


Και φυσικά στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, τον ιστορικό πυρήνα του Φεστιβάλ, θα υποδεχθούμε τις μεγάλες παραστάσεις αρχαίου δράματος του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, παραγωγές του Εθνικού, του ΚΘΒΕ, του ελεύθερου θεάτρου αλλά και του νέου θεσμού του Υπουργείου Πολιτισμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός».

Θοδωρής Γκόνης
Καλλιτεχνικός Διευθυντής Φεστιβάλ Φιλίππων