Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Δεν σε ξέρω, μα... | Πράξια Αρέστη



Δεν ξέρω ούτε πώς πίνεις τον καφέ σου το πρωί κι όμως σ' έχω ερωτευτεί. Δεν ξέρω ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό ούτε πως περνάς τα χαλαρά σου βραδιά στο σπίτι. Δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για το παρελθόν σου ούτε ποια είναι τα όνειρά σου για το μέλλον. Ούτε ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία, το αγαπημένο σου χρώμα ή τι κάνεις το βράδυ πριν κοιμηθείς.

Δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για σένα κι όμως από την πρώτη στιγμή σ΄ερωτεύτηκα. Θα έκανα έρωτα μαζί σου εκεί από το πρώτο λεπτό, αν μπορούσε να γίνει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δεν θα μ' ενδιέφεραν τα πιο πάνω. Ακόμη και σήμερα ξεχνάω να σε ρωτήσω. Μάλλον γιατί τελικά όλα αυτά δεν έχουν και τόση μεγάλη σημασία. Μόνο ο λιγοστός χρόνος που περνάμε μαζί μετρά και γιατί να τον σπαταλήσω ρωτώντας πράγματα που δεν θα χρειαστεί ίσως ποτέ να μάθω και να ζήσω.

Τι σημασία έχει πώς πίνεις τον καφέ σου, αφού ποτέ δεν στον φτιάχνω εγώ; Τι σημασία έχει πώς περνάς τις μέρες σου, αφού καμία ώρα δεν με περιλαμβάνει; Και τι νόημα έχει να ξέρω τι σκέφτεσαι για το μέλλον, όταν απ' αυτό είμαι απούσα. Ξέρω μόνο ότι η αγκαλιά και το φιλί σου είναι όλη μου η αλήθεια. Ξέρω ότι είμαι εγώ κι εσύ, δύο άγνωστοι με μία απίστευτη χημεία μυαλού και σώματος. Δεν χρειάζεται να λέμε πολλά. Κοιταζόμαστε και καταλαβαινόμαστε.

Και όλο αυτό τον χρόνο που περνάς χωρίς εμένα θέλω μόνο να τον περνάς όσο πιο όμορφα γίνεται. Εκεί που ανήκεις, εκεί που είσαι καλά και έχεις τα πάντα... μακριά μου. Άσε με μένα εδώ να μην ξέρω πότε θα σε ξαναδώ. Να ξεχνάω για λίγο ότι μαζί σου είμαι πραγματικά ευτυχισμένη. Με σένα, που δεν ξέρω ούτε πως πίνεις τον καφέ σου, βρίσκεται όλη η χαρά του κόσμου. Η αγκαλιά σου είναι το σπίτι μου, ο προορισμός μου. Μακριά σου είναι η ξενιτιά, τα ταξίδια μου.

Eσύ μικρέ μου άγνωστε, είσαι ο έρωτας, η αγάπη, η ευτυχία, το δάκρυ, η αδυναμία μου κι ο λόγος που θέλω να γίνομαι καλύτερη. Εσύ είσαι το πιο ταιριαστό σώμα στο σώμα μου κι ας μην σου φτιάχνω ποτέ το πρωί καφέ σου. Εσύ με ξέρεις καλύτερα απ' όλους κι αγγίζεις την ψύχη μου περισσότερο απ' όλους όσους βρίσκονται καθημερινά στη ζωή μου.

Εσύ, ένας άγνωστος στο κρεβάτι μου, εγώ μία άγνωστη που λατρεύει κάθε σιωπή σου...



Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

"Ποτέ δεν είναι αργά..."- Βόρειος Άνεμος

Ξεκίνησα να γράφω σ’ ένα άδειο χαρτί. Το κερί φώτιζε θαμπά το γραφείο. Κάθε μυτιά του μολυβιού έτριβε το γραφίτη από την άκρη, αφήνοντας ξύσματα γύρω απ’ τις λέξεις. Το δωμάτιο, μουντό, παρατημένο στην τύχη του, έπνιγε κάθε αχτίδα της λάμπας απέναντι που ίσως τολμούσε να χωθεί από τα στόρια. Μέρες τώρα το ράδιο είχε πάψει να γεμίζει τη σιωπή με θόρυβο στατικό, και τη μονοτονία έσπαγε μοναχά ο εκάστοτε μαλάκας με την κόρνα του στο δρόμο έξω. Μόνο φως στο διαμέρισμα, αυτό του κεριού. Το ρεύμα το ‘χανε κόψει εδώ και καιρό.

Δυο κιλίμια κρεμασμένα στον τοίχο, προσπαθούσαν άτεχνα να καλύψουν τη γύμνια του, σκούρα κόκκινα, από κάποιο τελευταίο πραματευτή που δεν έβρισκε να τα πουλήσει. Αν έβγαζες τη σκόνη που ‘χουνε μαζέψει τόσο καιρό, ένα λόφο τον έφτιαχνες. Κι ίσως θύμιζαν τη μέρα που τα πήραμε. “Ποτέ δεν είναι αργά μέχρι να είναι,” έλεγες, και μ’ έπεισες να τα πάρουμε.

Παραδίπλα, μια κούπα μαύρη μ’ ένα παγωμένο σίχαμα που κάποτε ήταν καφές. Γουλιά γουλιά πίναμε εναλλάξ, να μείνει η ανάμνηση όσο γίνεται περισσότερο. Πάνε δυο μέρες από την τελευταία γουλιά. Ελάχιστο έμεινε, και κανείς από τους δυο δεν το πίνει.

“Πάω λίγο έξω.”

Πας. Πού πας βραδιάτικα; Πήγαινε όπου θες. Δε με νοιάζει πια. Έχω σηκώσει έναν τοίχο για να μη με νοιάζει. Με σκοτώνει κάθε φορά, δεν μπορώ να τ’ αφήσω να περνάει μέσα. Ξέρω ότι δε σε νοιάζει κι εσένα, γι’ αυτό. Δεν ξέρω πότε έφυγες. Δεν ξέρω γιατί. Ξέρω μόνο ότι μιλάω σ’ ένα κέλυφος. Μια συνήθεια. Δε θέλεις να ‘σαι εδώ. Δε θέλεις να ‘σαι μαζί μου.

Πιάνω πάλι να γράψω στο χαρτί. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει από την πίεση. Το κερί αργοσβήνει. Σχεδόν παρακαλάω να τελειώσει, να ‘χω μια δικαιολογία να σταματήσω. Να τα παρατήσω όλα, να πέσω να κοιμηθώ - να “κοιμηθώ”, που λέει ο λόγος - να μη σκέφτομαι πια. Μετά σκέφτομαι ότι αν σβήσει αυτό, θα μείνει ένα κερί μόνο.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι “ζούμε” πολύ περισσότερο απ’ όσο ζούμε. Ίσως το ίδιο ισχύει και για ό,τι είχαμε. “Ζει” περισσότερο απ’ όσο έζησε. Και σέρνουμε το ψόφιο κουφάρι του πίσω μας τώρα.

Ακούω την πόρτα που κλείνει τρίζοντας. Έξω βρέχει. Πού πας με τέτοια βροχή;

Μαγκώνομαι. Όσο και να μη θέλω να στο δείξω, με νοιάζει ακόμα. Φυσικά και με νοιάζει. Και ξέρεις κάτι; Κοιτώντας το χαρτί δε βλέπω λέξεις. Εσένα βλέπω. Και μένω να το κοιτάζω για κάμποσα λεπτά. Να θυμάμαι.

Όχι, γαμώ την πίστη μου, δεν είναι κουφάρι. Ποτέ δεν είναι αργά μέχρι να είναι. Κι αν δε θες να ρίξεις εσύ τα μούτρα σου, θα σε προλάβω εγώ.

Σηκώνομαι απότομα, πιάνω το παλτό και τα κλειδιά και βγαίνω έξω, να σε προλάβω. Με νοιάζει. Και πού πας με νοιάζει, και μην αρρωστήσεις με νοιάζει, και να σε φέρω πίσω με νοιάζει.

Άλλος ένας μαλάκας έξω κορνάρει. Φωνές από περαστικούς. Κατεβαίνω τη σκάλα τρέχοντας, να σε προλάβω, πριν απομακρυνθείς πολύ και δεν έχω ιδεά πού να σε βρω. Αλλά χέστηκα, θα ψάξω. Θα ψάξω παντού γύρω. Θα-

Βγαίνοντας από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα βλέπω δέκα-είκοσι περαστικούς μαζεμένους μπροστά από ένα αυτοκίνητο. Δε θέλω να κάνω άλλο βήμα, αλλά γίνονται μόνα τους. Μηχανικά. Αυτόματα.

“Καλά, δεν έβλεπε πού πήγαινε ο ηλίθιος;”
“Κρίμα... Νέος άνθρωπος...”
“Μην κοιτάς, Κωστάκη. Δεν κάνει. Πάμε σπίτι.”

Κάποια γειτόνισσα - δε βλέπω καν ποια - με είδε.
“Σοφία... Λυπάμαι...”

Πλησιάζω.
Στα χέρια σου, λίγες τουλίπες.
Κόκκινες.

“...μέχρι να είναι.”



Αναδημοσίευση από:  Βόρειος Άνεμος