Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κενό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κενό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Ελεύθερη πτώση - Νατάσσα Θεοδωρακοπούλου

Οχι μη με παρεξηγείς
Δεν είναι πως φοβάμαι μωρέ
Δεν είμαι δα κι απο κείνες που δειλιάζουν
Σκέφτομαι μόνο
Μην τύχει και κανα βράδυ
Εκεί μες στη ζαλάδα της αγκαλιάς σου
Μπερδέψουμε για λίγο το πέταγμα
Με την ελεύθερη πτώση
Και μέχρι τότε θα χουμε ξεμάθει στο κενό


Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Νουάρ - της La Baronne


Μου λείπει το άτομο που ήμουν όταν δεν ήμουν αυτό που είμαι τώρα. Μου λείπουν οι σκέψεις μου, τα πρόσωπα μέσα τους, η απόχρωση τους. Mου λείπει το μαύρο στην άκρη των φωτογραφιών του μυαλού μου και μου λείπουν τα πλάνα σε ασπρόμαυρο που περνούσαν από μπροστά μου.




Μου λείπει η κατάσταση και μου λείπει εκείνο το αίσθημα.Από πάντα σιχαινόμουν το φως και την ικανότητα του να ξεγλιστρά, να διαχέεται, να αντανακλάται, να διαθλάται και πάνω απ' ολα να φωτίζει κάθε μικρή γωνία. Ποτέ δεν ήθελα φωτεινές όλες τις πλευρές του μυαλού μου. Ήθελα μερικές να είναι σκοτεινές και σκονισμένες και να κρύβουν μυστικά και απομεινάρια από στιγμές και συναισθήματα. Μου άρεσε η σκόνη και με βόλευε και το σκοτάδι με προστάτευε και συντηρούσε το ποια είμαι. Όσο πιο πολύ φωτίζεις, τόσο χάνεις από το μυστήριο, από την απατή.

Θέλω ξανά τα κείμενα μου σκοτεινά και το κρεβάτι μου άνω κάτω. Θέλω πάλι τα δάχτυλα μου να πονούν, από την ώρα που περνούσα αγγίζοντας τις άκρες του μυαλού μου, που πονούσαν και έκοβαν. Θέλω πάλι σκέψεις να με κρατούν ξύπνια την νύχτα. Θέλω πάλι όνειρα περίπλοκα και σκοτεινά και άδεια. Θέλω να νιώθω και να με νιώθουν. Θέλω πάλι να πιέζω τον εαυτό μου να πηδήξει μέσα σε σκοτεινές θάλασσες. Θέλω πάλι να μπορώ να πνίγομαι μέσα σε αυτές, να χάνομαι σε λαβύρινθους και μάτια. Θέλω πάλι να κυκλοφορώ με μαλλιά ανακατεμένα από την πολλή ζωή. Θέλω πάλι και θέλω πολύ.

Σήμερα είναι μια καινούρια αρχή. Είμαι έτοιμη να περπατήσω μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού μου και να συναντήσω όλους εκείνους που κλείδωσα στα υπόγεια και χτυπούν ώρες ατέλειωτες την πόρτα τους. Θέλω πάλι.


Για να βρούμε τον εαυτό μας πρέπει να κοιτάξουμε ανάμεσα στα ερείπια του παρελθόντος μας. Μέσα σε αυτά και την σκόνη τους κρύβεται κάθε απόφαση δίκη μας, κάθε μικρό μυστικό, κάθε κουβέντα και κάθε σκέψη. Ανάμεσα τους περπατούν τα φαντάσματα των ανθρώπων μας και στις γωνιές τους κρύβονται όλες οι μάσκες που φορέσαμε. Εγώ θέλω να επανεξετάσω τις δίκες μου. Να παίξω με τα φαντάσματα μου, να αποφασίσω, να ξαναζήσω και να δω αν, τελικά, είμαι κάτι στα μάτια μου ή όχι. 

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Το προσωποβιβλίο - Galk

Γράψτε με και μένα στα κιτάπια 
να υπάρχω στο κατάστιχο 
χτύπα μου το βουλοκέρι 
μια στο δόξα πατρί -
o αόρατος να γίνει ορατός
να αποκτήσει ύπαρξη και αυτος - 
να με βρίσκεις στο πίτσ φυτίλι βρε αδερφέ..


ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΚΤΗΝΗ - Αλέξης Αντωνόπουλος

Μέθυσε, κλάψε στο τρένο,
ρίξε τα κόκκαλα σου σε τοίχους.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Ούρλιαξε, χτύπα τα μαξιλάρια,
αγκάλιασε τα μαξιλάρια για να σε βρει ο ύπνος.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Μίσησε τον Θεό, προστάτευσε τον Θεό•
και τα δύο ταυτόχρονα αν θες.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.
Μην πεθάνεις προσπαθώντας να φτάσεις ένα χέρι
που κάποτε ήταν εκεί.


Photo by: Gozooma
Για περισσότερα ποιήματα του ιδίου μεταβείτε στη διεύθυνση: Alex Antonopoulos

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Είμαι ηλίθιος - Δημήτρης Ανδρεοσόπουλος

Ανδρεοσόπουλος Δ.,2015, υγρός μόλυβδος πάνω σε διάφανο δέρμα νεκρού διαστάσεις 300x40

Η κατάρα και ευχή σου, είναι το ότι δεν σου επιτρέπουν να είσαι ούτε θείο ούτε ζωώδες ον.
Είναι αυτή η ασπρόμαυρη πυκνή οσμή του σπέρματος που σου φέρνει εμετό και του σκατού που επίσης σου φέρνει εμετό. Δεν συνειδητοποιείς γιατί αυνανίζεσαι, ούτε γιατί είναι τόσο ηδονικό να χαστουκίζεις όταν γαμάς ή σε γαμάνε. Γιαυτό το λόγο επίσης δεν καταλαβαίνεις πως γίνεται τα πράγματα, να είναι όπως δεν καταλαβαίνεις. Δεν μπορείς να σταματήσεις να γελάς από το κλάμα όταν δεις άξαφνα ένα γυμνό πέος ή έναν κώλο. Δεν σου είναι εύκολο να φανταστείς πως όλα όσα αγαπάς ή απεχθάνεσαι είναι ένα χύσι που φίλησε ένα μητρικό αυγό. Πράγματα που δεν μπορεί ο νους να νοιώσει αν και τα "κατανοεί". Πως μπορείς να αγαπάς, αναρωτιέσαι. Πως μπορείς να μισείς? Αυτό είναι πιο εύκολο. ΠΩΣ μπορείς να λες πως είσαι άνθρωπος όταν δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει αυτή η λέξη και που φτάνουν τα όρια της. Ωστόσο οι απαιτήσεις σου από το κόσμο είναι ατελείωτες. Δεν σου κάνει αυτό το είδος ομορφιάς μα δεν γνωρίζεις γιατί. Δεν σου αρέσει αυτή η τέχνη, μα δεν έχεις ιδέα τι τέχνη σου αρέσει. Δεν σου αρέσει η πούτσα του άλλου μα τη δική σου σπας τη μέση σου για να τη γλύψεις. Οι φίλοι σου είναι όλοι μαλάκες, μα στους άλλους είναι ιδανικοί και τους επευφημείς.  Δεν ξέρεις τι θες, μα εύκολα λες πως δεν θες κάτι άλλο. Το κενό γεμίζεις δίχως να φανταστείς πως ποτέ δεν υπήρξε κενό. Κατακρίνεις εύκολα το κόσμο γιατί δεν κατέκρινες πότε το Εγώ. Δέχεσαι μέσω μιας βδελυρής νόησης, τα θεία ένστικτα σου. Ταυτόχρονα τα αφορίζεις. Ξυπνάς μέσα στο όνειρο σου, μα πότε δεν ξύπνησες στο ξύπνιο σου.Εκλιπαρείς με προσευχές να γίνει η μούχλα χρυσάφι, μα αγνοείς το κάτουρο σου. Δωρίζεις πνεύμα στο μηχάνημα μα δεν ρισκάρεις στο πνεύμα την ύλη σου. Απαγορεύεις τις ύψιστες ηδονές με τις χείριστες ποινές.
  Πως λοιπόν ελπίζεις να κατανοήσεις πράγματα που και χίλια βιβλία να έγραφαν οι πιο σοφοί, δεν θα άγγιζα ούτε τη κλειτορίδα του Μεγάλου Αιδοίου? Πως ελπίζεις να Γίνεις, παραμένοντας σε μπαγιάτικες λέξεις σοφών, σε γνώσεις χωρίς ουσία. Πως ελπίζεις γενικώς, αν δεν καταλαβαίνεις τι θα πει Σοφία.


Περισσότερα στο: Φλώροι Εικαστικοί

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

"Οι δρόμοι της Αθήνας" - Δημήτριος Σαρρής

Οι δρόμοι της Αθήνας είναι ρυπαροί, εγωκεντρικοί, κακοστρωμένοι και ανέραστοι. Μην τους προσφέρετε ηδονή περπατώντας σε αυτούς, το μόνο που φιλοδοξούν είναι να σας λερώνουν τη σόλα του παπουτσιού. Σε κάθε σας βήμα βρίσκουν πάτημα να σας αποτελειώσουν.

Οι δρόμοι αυτοί δεν έχουν Ιστορία και σε καμία περίπτωση δεν την έγραψε κάποιος από εμάς με μπογιά. Όταν βρέχει στήνουν παγίδες αποσκοπώντας να σας σωριάσουν στον υγρό τάφο τους. Η εξάντληση σας είναι φαινόμενο διάχυσης σε αυτά τα ανυπόφορα μονοπάτια. Τα σοκάκια είναι τα τσιράκια των δρόμων, με την παραμικρή διέλευση σας απ’αυτά ένας δρόμος έχει ενημερωθεί πως τον προσεγγίζετε και μηχανεύεται την επόμενη μοχθηρία του. Άλλωστε στους εχθρικούς αυτούς βάλτους βιώνει και το γένος της μαυρισμένης τσίχλας, ενος διδιάστατου πτηνού που εξαπολύει διαμήκεις επιθέσεις στα κατώτερα μέρη των υποδημάτων σας.

Ακόμα και αν φαίνονται ως μοναδική λύση μην τους ακολουθήσετε. Προτιμήστε τα αδιέξοδα,αυτά θα σας προστατεύσουν από τα μαινόμενα οδοστρώματα.

Στους δρόμους αυτούς δεν γεννιούνται συνειδήσεις αντιθέτως καταπλακώνονται και ολοένα περισσότερα μυαλά παρανοούν και εκκενώνονται με αποτέλεσμα να αφήνουν τα κρανία τους ακατοίκητα και εχθρικά προς τη σκέψη.

Όταν ερημώνουν, εξαγριώνονται, στολίζονται με βιτρίνες ή επιστρατεύουν κινήματα πόλης και ενεργών πολιτών για να σε τραβήξουν ξανά στο διάβα τους. Μην ενδίδεις, πάλι να σε ξεψυχήσουν πάνε.

Πρώτη δημοσίευση του κειμένου: tsopanakis

Όταν πέφτει το βράδυ - Voz Silente

Η ανταύγεια των πόθων σου χρωματίζει τα βράδια μου.
Μία μοίρα που κινεί το φεγγάρι πάντα γύρω από το βλέμμα σου, ψάχνει να κυριεύσει τις ψυχές των χαμένων στα όνειρα, βρίσκει έδαφος να ριζώσει μέχρι να εκπλήξει με το μεγαλείο της λύπης της.
Χέρια που χαϊδεύουν τον αέρα, αγκαλιές που προστατεύουν τον κόσμο, χαμόγελα που γλυκαίνουν τα σύννεφα, μάτια που σπαθίζουν τον ουρανό.
Φοβάμαι σημαίνει αγαπώ και χάνω.
Σε φοβάμαι σημαίνει σ’ αγαπώ, γι’αυτό χάνομαι.

Οι ώρες που τρέχουν στον αγώνα των στιγμών πάντα θα χάνονται στο δρόμο, από φόβο μήπως εκμηδενιστούν σε αιώνες. Και τα δευτερόλεπτα τότε προελαύνουν στη μνήμη των επιθυμιών ταπεινά.
Τα σώματα τα εξουσιάζουν αόρατα “θέλω” που γεμίζουν τον αέρα ασφυκτικά.
Ώσπου σπαρταράει το κορμί σε μια ζεστασιά αποστερημένη.
Απόβλητος από το μόνο καταφύγιο που βρήκες για να ξεχάσεις εσένα στον κόσμο.
Ήχοι από το μέλλον σε καλούν να παραιτηθείς, καθώς ξεπηδούν πλάσματα από όνειρο φτιαμένα που χορεύουν και σε ζαλίζουν. Σε παίρνουν απ’ το χέρι και σε ξελογιάζουν σε μουδιασμένες αποδράσεις.
                                                      Lovers Moon And Night by Marielouise Ertle

Τα ταξίδια που ποτέ δεν θα κάνω, τα ονειρεύομαι και τα ζω.
Όχι από αδυναμία μου να φύγω, αλλά επειδή δεν υπάρχουν τόσο κολασμένοι παράδεισοι να με γοητεύσουν, να με τρομάξουν, να τους υποτάξω.
Στο τέλος κάθε παιχνιδιού δεν μετράω θύματα, παρά μόνο αγωνία.
Κι έτσι ασφαλής, γελάω με τις αμυχές που προσδοκώ, με τους κινδύνους που κυνηγάω’   κι όσο πιο καθολική η διακινδύνευση, τόσο πιιο πλούσιος σε αποδράσεις ο οραματισμός.
Κι αν πια δεν θυμάμαι, δεν είναι ότι γέρασα, αλλά ότι πια απαρνήθηκα να κρατώ σκιές στο σκηνικό της ψυχής μου.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Φωτιά στα ανεκπλήρωτα πάθη - Χάρις Γεωργίου

Το πρωί με πήρε εκείνη τηλέφωνο. Δε ξέρω τι σκατά θέλει από τη ζωή μου πλέον. Ήταν ξεκάθαρη. Ή μήπως όχι; Απρόβλεπτο; Το δίχως άλλο. Δε το περίμενα. Σάστισα. Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή λένε πως έρχονται κατ' αυτό τον τρόπο. Απρόσμενα, αιφνιδιαστικά. Με τέτοιο τρόπο που ακόμα και αν δεν είναι τα ωραιότερα, ο τρόπος και μόνο τα κάνει να φαντάζουν. Μάλλον, αυτό το τελευταίο ισχύει με μένα. Ίσως και όχι;
Τη θέλω; Είμαι γοητευμένος. Άλλωστε, ποιος άντρας στην όψη μιας τέτοιας γυναίκας -όσο δυναμικός και να είναι- μπορεί να αντισταθεί; Αναμφίβολα, δε περνά απαρατήρητη. Θαρρείς πως θα μπορούσα να τη σκεφτώ, ή και θα μπορούσα να το έχω ήδη κάνει. Θα μπορούσα ίσως και να την ερωτευτώ. Και δεν είναι τόσο η εμφάνιση της, είναι που όλα θέλει να τα ελέγχει. Είναι αυτή της η επιρροή που εντελώς μυστηριακά καταφέρνει και ασκεί πάνω μου.
Έτσι όπως τα γράφω, νιώθω μια αηδία να με συνεπαίρνει και την ανάγκη να καθαρίσω τα σωθικά μου από τούτη την ιδέα που τα χει μπολιάσει. Να κάνω γαργάρα τούτη τη σκέψη που την έβαλε στο δρόμο μου, να την πνίξω με οινοπνευματώδη δηλητήρια. Δεν είμαι αδύναμος. Όχι, το αρνούμαι. Και όσο περνάει από το χέρι μου θα καταπνίξω τούτη την επιθυμία, τη σκέψη σου, εσένα.
Σαν όλα εκείνα που μας έχουν ασκήσει μια κάποια επιρροή κάποτε ή και ποτέ. Σαν όλα τα αδιάφορα διαφορετικά πράγματα που μας έκαναν να τα σκεφτούμε έστω για λίγο. Σαν όλα εκείνα τα πάθη και τους πόθους που μας σιγοκαίνε τις νύχτες. Σαν όλα εκείνα τα οποία μας βασανίζουν και θα μας στερούν ώρες ύπνου, ώρες χαμένες που θα μπορούσαν να έχουν δαπανηθεί αλλιώς. Σαν όλα εκείνα τα ανείπωτα.
Φωτιά στους ανεκπλήρωτους έρωτες, φωτιά στα πρέπει και τους ιδανικούς εραστές. Σε όλα όσα μας έχει βάλει στο κεφάλι αυτή η κοινωνία, στα στερεότυπα, τα πρότυπα εκείνα τα γοητευτικά, τα μυστηριώδη, εκείνα που ποτέ δε θα μάθουμε να χειριζόμαστε γι αυτό θα προτιμήσουμε να πνίξουμε με μερικές σταγόνες αλκοόλ. Σε εκείνα που πάντοτε όμως θα θέλουμε να αγγίξουμε. Σε όλα εκείνα που θέλουμε να πούμε, αλλά δειλιάζουμε. Φωτιά σε όλα αυτά που μας καίνε τις νύχτες. Στα άκαυτα. Σε εκείνα που περιμένουν μισή σταγόνα αλκοόλ για να μας αποτεφρώσουν, σαν το μαινόμενο πάθος ενός ακόμα ονειροπόλου και ημίτρελου ερωτευμένου. Φωτιά σε όσα μας έκαψαν και για όσα θα καιγόμασταν.
Σε εκείνα που πιότερο από όλα καθρεφτίζουν τους ημιτελείς μας εαυτούς, που οδήγησαν τις ζωές μας, που γαλούχησαν τις καθημερινότητές μας. Και ο φόβος. Για να μη ζήσουμε πιότερα από όσα μας αναλογούν ή λιγότερα από εκείνα που δικαιωματικά μας ανήκουν. Ένας αγώνας για επιβολή στην υπερβολή. Και μόνη αστάθμητη παράμετρος, οι εαυτοί μας. Πολύ αδύναμοι, πολύ συμβιβασμένοι. Πάντοτε κυνηγούσαν μασημένη τροφή και έρωτες συμβατικούς. Ξέρεις από εκείνους που γνωρίζεις από την αρχή πώς θα καταλήξουν. Ένα σπιτάκι, ένα σκυλάκι και όλα καλά. Και είναι κακό θαρρείς να ζεις με αυτό τον τρόπο;
Γύρισα όλη την πόλη απόψε, μα την απάντηση δε τη βρήκα παρά μόνο στα μάτια σου. Σε εκείνο το αγριεμένο μελί συννεφιασμένο σου βλέμμα. Σε εκείνα τα δύο ή και τρία λεπτά που κοίταξες μέσα μου. Για εκείνα τα λεπτά που σε άφησα να τονώσεις τον έκπτωτο ναρκισσισμό μου.  Εκείνα τα λεπτά, εκείνος ο εγωισμός που σε έβαλε στο μυαλό μου. Είναι άραγε τόσο άρρωστο το "εμείς" σε ρωτάω; Φωτιά στα ανεκπλήρωτα πάθη.


Αναδημοσίευση από το blog: Ταξιδεύοντας Πεζά

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Σκηνές - Λίναμ Κεροτάνυ

Θέλω να περνάω τη ζωή μου σα σκηνές ταινίας.
Βουβής ταινίας.

Να μιλάω κάθε τέταρτο και ν ‘ ακούω μουσική κοιτώντας απ’ το παράθυρο
και  να’ ναι γύρω μου γιορτή .κι εγώ μέρος της
Και πότε πότε θεατής και πότε πότε ξένος
απλός περιπατητής που έτυχε να περνά
να διασχίζει τις ζωές σας.
κι εκνευρίζομαι όταν το βλέμμα τους είναι βαρύ, άνθρωποι άγνωστοι με στόμα σα σφυρί.
άνθρωποι ανίκανοι να δουν τη ματαιότητα>
νομίζουν πως διέπονται από ειδική αγνότητα..
Και προσπερνώντας τους τούς ξεχνάς για πάντα
αλλά αυτά τα δύο δευτερόλεπτα γεμίζουνε άλμπουμ.
Άραγε βλέπουν κι αυτοί αυτά που βλέπω κι εγώ;
Νομίζω ναι, μα έτσι όπως κοιτάνε αμφιβάλλω .
Ακόμα απορώ.



Στην ουσία νόημα ψάχνω.
Ένα σκηνοθέτη να μου λέει τι να κάνω.
 ΚΙ εγώ να υπακούω γιατί δεν είναι φίλος, ούτε οικογένεια ,ούτε γονιός ούτε σκύλος.
Θα ‘ ναι αυτός που πληρώνεται γι’ αυτό.
Πλαστελίνη εσύ κι εκείνος χέρι σταθερό.
Να μη σ’ αφήσει να χαθείς. Να μην αδιαφορεί στα λάθη
Να σ’ αφήνει ν ‘ αυτοσχεδιάζεις, και να του κάνει καλό.

Η δική σου χαρά ,να του κάνει καλό.
Να μην είναι ένας ακόμα που θέλει, να τραβηχτεί απ’ το σωρό.

Να μη λέω πια ψέματα γιατί δε μ’ αρέσει η αλήθεια.
Να νιώσω χαρούμενος και να μου γίνει συνήθεια.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Εξομολόγησις - 'Εβα Γκρην

Πάλι κι απόψε θα ψάξω τις λέξεις να σε χωρέσω,
Τις λέξεις να σου εξηγήσω,
Να σου πω.
Σκόρπιες δικαιολογίες.
Όλα εκείνα που δεν εννοώ.
Όλα εκείνα που θέλω να σε κάνω να πιστέψεις.
"Με εκτιμάς",
κι αυτό μου φτάνει,
"Με συμπαθείς",
Και αυτό μου αρκεί.

Πόσες βλακείες θα πω ακόμα;
Τόσα και τόσα που δεν έχω καν σκεφτεί.
Μιας και όλα τούτα που σκέφτηκα,
Μοιάζουν τόσο ανούσια.


Λέξεις όμορφα βαλμένες,
η μία πλάι στην άλλη
Λέξεις, ανούσιες
τάχα πως καταφέρνω και σε ξεγελάω,
Τάχα πως θα καταφέρω να ξεγελάσω κι εμένα.
Όμως όλα τούτα χάνονται.
Όταν το βλέμμα σου συναντά το δικό μου,
σβήνουν σε λεπτοδείκτες.
Εξαϋλώνονται μες την τόση ανυπαρξία τους.
Λες και παραμορφώνονται από την τόση τους κενότητα

Και το μόνο που σκέφτομαι,
Ποιο τάχα ψέμα θα σου πω απόψε.
Τι τάχα θα σου πω για να σε κάνω να πιστέψεις,
Να πιστέψεις, πως τάχα μου αρκεί.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Αύριο - Παναγιώτα Καλογεράκου


Τώρα πια όταν χωρίζουμε 
Δεν με αποχαιρετάς.
Είναι ενδεείς οι λέξεις σου. 
Oι κάλπικες ανάσες τους 
Δεν φθάνουν να πληρώσουν 
Την απουσία .

Μου νεύεις απλά,
Σαν να με ντύνεις 
Με τα τρύπια μανίκια 
Ενός πολυκαιρισμένου 
Παλτού αβεβαιότητας.

«Κάνει ψύχρα έξω;»
«Θα ξανάρθεις;»
«Ίσως αύριο.»

Αύριο.
Αέναη ασάφεια του σήμερα .
Αύριο .
Αιώνια απόδειξη του χθές .
Θα περιμένω ...


Σκυλίσιο τραγούδι - Galk


Τρώνε τις σάρκες τους, τρώνε τις σάρκες του,
είναι αδυσώπητα, 
ο μαύρος γρυλίζει, ο άσπρος κλαίει και αλυχτά
ένστικτο και ψυχή παλεύουν αιώνια
και αυτός η μαριονέτα
κάνει να κόψει τα νήματα και να σου που χορεύει
ξανά στον παλιό σκοπό
δεν αντέχει  τόση  ελευθερία.


Ενθυμίσεις - Μάνος Μάλεσης


Συναντιόμαστε 
συχνά
στον ύπνο
με τις ενθυμίσεις μας
για να σκοτωθούμε
έτσι
απλά
όπως ένα
τραγούδι εύθυμο
που φτάνει στο τέλος του
- ή όπως
ένα ποίημα
που δεν προφταίνει
ποτέ
να σώσει
τον ποιητή
πριν πεθάνει για πάντα
στην λησμονημένη
αιωνιότητα.

Στον ύπνο
μας
πάντα
έρχεται
μια συναίσθηση πόνου
και ξαπλώνει
στο στήθος μας
ντυμένη
με ένα πρόσωπο
οικείο
που ανταλλάξαμε
μαζί του
όλο το βάρος
του χρόνου.

Θεέ μου
- νιώθω σαν τώρα
την ελαφρότητα
των χεριών της
πάνω στο
καταβεβλημένο κορμί μου.


Εκεί στον ορίζοντα
του ονείρου
- κάτι καίγεται -
και ίσως είναι
οι τελευταίες σελίδες
της αγάπης
ή μπορεί
η φλόγα
μιας επανάστασης
αυτών
που χάσανε στο όνειρο.

Τώρα
- στην τελευταία
μου ενθύμηση -
θα ονόμαζα
αγάπη
αυτό το
λυγισμένο κορμί σου
ή ακόμα
και την
τεράστια άρπα
στο δωμάτιο 
που συνόδευε
τα ποιήματα μου
προς 
τον θάνατο.

Αγάπη
θα ονόμαζα
τα χέρια σου
που
όταν γεφυρώθηκαν
στο κορμί μου
πήραν
το ανυπόφορο βάρος
μιας αόριστης στιγμής
- που ίσως
ποτέ δεν συνέβη
στον πραγματικό κόσμο.

Μα ακούστε με
που κλαίω
- δεν μπορώ
άλλο να σέρνω
τις ενθυμίσεις μου.

Γιατί πάντα
σέρνω μαζί μου
κάτι πιο βαθύ
και πιο βαρύ
- ίσως
τα πτώματα
από τα κουρασμένα όνειρα
ή μπορεί
να σέρνομαι
και εγώ
κάπου μέσα μου.

Ακούστε
ενθυμίσεις!
- εκείνον 
τον βιολιστή
που
όπως αγγίζει
το βιολί του
σκορπάει
την μελωδία σας
και κλαίει
ώσπου πνίγεται
- μα
μονάχα
απαντήστε μου
γιατί όταν
σας φέρνω
για λίγο στην πραγματικότητα
μου υπενθυμίζεται
πως κάπου
μέσα μου
κείτομαι
νεκρός
εξαιτίας σας.


Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Αν - Π.Π.

Και τους πολέμησαν
Και δεν πίστεψαν
Και δεν τους πίστεψαν
Και διαστράφηκαν
Και διαβρώθηκαν
Και σίτεψαν
Και έκλαψαν.
Και δεν έκλαψαν.
Αρκετά με τις λέξεις. Πνίγηκαν.


Είμαι μια παράπλευρη απώλεια - Marla

Είμαι μια παράπλευρη απώλεια
Σαν όλες τις άλλες
Ξέρω πως δεν αξίζω πολλά
παρ' όλες τις προσπάθειές μου να νιώσω σημαντική
Μην με κοιτάτε, δεν μ' αρέσουν τα βλέμματα
μπορεί να με καταλάβετε
να με νιώσετε
Όταν κάποια μέρα ξυπνήσω
και αποφασίσω να ζήσω ξανά
θα είναι η στιγμή που θα πεθάνω ωμά
όπως μου αξίζει
Όταν θα παρακαλάω τον Θεό του Θανάτου 
να μην με πάρει σήμερα
όχι ακόμα
εκείνος θα γελάσει ειρωνικά 
και με μια του κίνηση θα χαθώ
Προσπαθώ να θυμηθώ τη τελευταία φορά που ζούσα
πρέπει να γέλαγα
ή να ονειρευόμουν 
δε θυμάμαι..


Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Βήμα ενδέκατο - Γιάννης Σγουρούδης

Τώρα που το τέλος φτάνει
Τι θα ήθελες να σου πω
Τι να σου ψιθυρίσω
Τώρα που τα πόδια μου έχουν βαρύνει
Και οι ανάσες βγαίνουν πιο δύσκολα
Όλα τα πήρες.
Δεν έχω τι να μοιράσω στους υπόλοιπους
Που συναντάω
Μόνο λουλούδια άγρια
Για να τους δείξω από τι φτιάχτηκε ο έρωτας


Ο Γιάννης Σγουρούδης γεννήθηκε το 1990 στην αθήνα.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή του με τίτλο déjà vu 
Εδκόθηκε από τον εκδοτικό οίκο andys publishers τον απρίλη του 2014
Εδώ αποσπάσματα από την δεύτερη του ποιητική συλλογή με τίτλο η σκάλα δίπλα στη θάλασσα 
Η οποία εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο θράκα στις 2 δεκεμβρίου 2015.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Περίπατος – του Λίναμ Κεροτάνυ


Μόνο τη φωνή.
Και γύρω γύρω δέντρα.

Μόνο τη ματιά σου
και γύρω γύρω πρόσωπο.

Μόνος ξανά στο δάσος. Απόψε ψυχρότερο.
Η κλωστή στο καρδιογράφημα τυλίγεται μπάλα στην οθόνη.
Ο ασθενής έχει ελπίδες να γίνει γάτα.
Παρδαλή, γιατί εμείς θα χέζουμε στις στάχτες της.

Το ψυγείο χάλασε και βρωμάει ξεπαγωμένο
ψάρι. Μυρίζει σαν την ψυχή μου εδώ μέσα.
ή απορρόφησε τη μυρωδιά του το κορμί μου.

Σαν τοίχος από μπετόν που ο καθένας μπορεί 
να γράψει απάνω του, περιφέρομαι ατσούμπαλα στην πόλη.
Δεν έχω πια υποχρεώσεις. Και λίγο λίγο τα δικαιώματα 
με βαραίνουν συνολικά.
Κι όλο και πιο ατσούμπαλα περιφέρομαι.

   Μόνο τη φωνή .Θέλω.
Και γύρω γύρω μελωδικά μπουμπούκια που σκάσανε στα
μούτρα μου μπροστά. Αφού τους άνοιξα τα συκώτια 
 με τα χέρια να τα περιεργαστώ.
    Άνθησε η αμυγδαλιά εξαιτίας μου.
  Μαία της φύσης αυτεπάγγελτα.
 Θα μπορούσε η ομορφιά να’ ναι και πιο αυθόρμητη.
Μα δεν θα χε πλάκα αν δεν την ανακάλυπτα μόνος. 

Η κρίση - Voz silente


Οι ερωτευμένοι 
κρίθηκαν 
από τους λογικούς. 
Έλαμψαν 
με την αγνότητά τους. 
Ο ανέραστος 
πρώτος το λίθο βαλέτω.
Προσπάθεια να διασωθεί
ό,τι πιο όμορφο
απ τα λάθη.
Οι ερωτευμένοι 
δεν
σφάλλουν
ποτέ.
Μέσα στην εκστατική 
αμαρτία τους
εξαγνίζονται
με 
συντριβή.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Macro for Dummies - Έβα Γκρην

Πάνε μέρες που δεν έχω γράψει μήτε λέξη. Μέρες παγιδευμένος σε αλγόριθμους και στείρες στατιστικές. Μέρες πάνω από λογιστικά βιβλία και προσθαφαιρέσεις. Πάντα κάτι να προσθέτεις. Πάντα κάτι να αφαιρείς. Πάντα. Πάντα κάτι να λείπει. Πάντα κάτι να περισσεύει. Λογαριασμοί κι άλλοι λογαριασμοί. Και πάντα να λείπουν τα τακτοποιητέα στοιχεία. Τι τα θες; Τα 'χε πει και ο Νίκος. Η πεζή καθημερινότητα να πασχίζει να σκοτώσει τα κομμάτια που σε αποτελούν. Όλα μαζί κι ύστερα ένα-ένα. Να διασπάσει τούτη σου την υπόσταση και να την κάνει ένα με τη μάζα. Ένα με το μπετό. Να σκοτώσει εσένα. Να σε αφομοιώσει. Αυτό που είσαι κι αυτό που σκέφτεσαι. Να σε υποτάξει. Κι εσύ να προσπαθείς να της παραδοθείς υπομένοντας ένα-ένα τα βασανιστήρια της. Να της παραδοθείς μπας και καταφέρεις να ξεχάσεις τούτη την άτακτη σκέψη που ήρθε πάλι σαν παλιός γνώριμος για να βασανίσει κι απόψε το κεφάλι σου. Μια σκέψη σαν εκείνες που με περίσσεια τόλμη σκάρωνε η νιότη σου. Μια σκέψη που τόσα και τόσα βράδια δε σε αφήνει να κλείσεις μάτι.
Σηκώνεσαι και ανάβεις ένα τσιγάρο. Ρίχνεις δυο τρεις ανούσιες ματιές στο χώρο - άδειος και απόψε τι τα θες; Ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και κοιτάς την φωτισμένη Αθήνα. Τραβάς δυο τζούρες νικοτίνη. Ύστερα μία οξυγόνο μπας και ξεμπετώσει το κεφάλι σου. Κλωτσάς χωρίς λόγο ένα έπιπλο ριγμένο κάπου σε μια άκρη. "Στο διάολο κι εσύ", φωνάζεις. Λες και τάχα θα σου απαντήσει. Ύστερα ξαπλώνεις πάλι για να κοιμηθείς.
Ξέρεις αύριο θα την δεις. Όπως κάνεις κάθε εβδομάδα. Πάντοτε την ίδια ώρα. Πάντα κάθε Τετάρτη. Θα έρθει πάλι να σε βρει. Στο ίδιο μέρος. Εκεί που οι δυο καμπύλες εφάπτονται και βρίσκουν σημείο τομής. Εκεί που δυο σώματα παλεύουν να ενωθούν μαινόμενα το χρόνο και τους αριθμούς. Εκεί που δε μπορείς να εξηγήσεις πως βρέθηκες, ούτε πως θα φύγεις. "Σε θέλω", της ψιθυρίζεις και με μια κίνηση του χεριού σου της τραβάς τα μαλλιά με μανία. "Σε θέλω", της επαναλαμβάνεις για να μη το ξεχάσει. Ύστερα της ξεκουμπώνεις αργά το πουκάμισο. Το νεανικό της στήθος ξεπροβάλει, ενώ εσύ σαστισμένος προσπαθείς να μη τα χάσεις. Νιώθεις νικημένος. "Σε παρακαλώ, λυπήσου με.", θες να φωνάξεις, καθώς σε κοιτάζει με το πιο αθώο της βλέμμα. Σηκώνεις την φούστα της και την φέρνεις πάνω σου. Την κοιτάζεις. Μπαίνεις μέσα της ξανά και ξανά και ξανά. Ύστερα τη νιώθεις να συσπάται, ενώ εσύ βρίσκεσαι ακόμα μέσα της. Νιώθεις το κορμί της να πάλλεται μες τα δυο σου χέρια. Να μάχεται τάχα για να λευτερωθεί. Κοιτάς το χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ύστερα τελειώνεις κι εσύ. Την παίρνεις αγκαλιά και τη φιλάς στο μέτωπο σα να θες να την προστατεύσεις από εσένα.
Ξυπνάς ιδρωμένος. Τι θα σκαρφιστείς πάλι να της πεις; Ποια τάχα δικαιολογία για να κάνεις πως τάχα την αποφεύγεις; Με ποιο τάχα ψέμα θα φιμώσεις το κεφάλι σου; Πρέπει να σκεφτείς. Κάθεσαι και διαβάζεις και πάλι το mail της. Ξεκινάς να απαντάς. Πρέπει να την αποφύγεις τούτη τη συνάντηση. Σβήνεις, γράφεις, σβήνεις, γράφεις. Σε μια αέναη σχεδόν μάταιη επανάληψη. Σχεδόν τόσο μάταιη όσο τούτη η ονειροπώληση. 
Κλείνεις με μανία την οθόνη του λαπτοπ, πιστεύοντας πως τάχα έτσι θα την αποφύγεις. Κι ύστερα πέφτεις και πάλι να κοιμηθείς. Η σκέψη της σε χτυπά με μανία. Ανούσιες σκέψεις που δε μπορείς να ελέγξεις. 
"Πρέπει να την ξαναδώ. Πρέπει να της πω Σε θέλω".




Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Το πείραμα - της Voz Silente

Με ανείπωτη ικανοποίηση ατένιζε την παταγώδη αποτυχία της ζωής που επέλεξε ως πείραμα να γευτεί. Με στερνή επίγνωση και γνώση. Το πείραμα πέτυχε, έζησε ως άλλη, σαν σε άλλο σώμα ή σαν άλλη ψυχή σε σώμα κατά γενική ομολογία κοινό. Μπορεί να βάφτισε ως δοκιμή για το ξένο την άστοχη επιλογή, εκείνη που κόστισε και κούρασε. Μπορεί απλώς να έπαιξε πρώτη ένα ρόλο που δεν είχε αποσαφηνίσει πώς θα διαμόρφωνε στο σενάριο που πότε δεν θα έγραφε, η αιωνία περιέργεια για το διαφορετικό, η εναλλαγή, το μασκάρεμα, το χάσιμο, η επανεφερεση, η πλέον συνειδητοποιημενη επάνοδος στις ξεχασμένες αλήθειες, τις θεμελιώδεις εκείνες του είναι της.
Κι ας έπαψε να είναι για λίγο.
Εθελουσία έξοδος από την ασφάλεια των δοκιμασμένων δυνατοτήτων σε μια μόνο εκδοχή των άπειρων πραγματικοτητων που της κληρώθηκαν.
Ευτυχία να είσαι αυτό που αξίζεις, αυτό που κουβαλάς στους πιο αδυσώπητους φόβους της ψυχής σου.
Δεν το ξέρει με σιγουριά, δεν θα μπορούσε να το μαντέψει. Μόνο να το αφουγκραστεί. Γι αυτό το έζησε, για να το κατακτήσει, να το αγκαλιάσει, να το περιθάλψει με την πιο πραγματική υπόσταση του.
Και τώρα, λίγο περισσότερο κατακερματισμενη, πιο ολοκληρωτικά κενή, αφήνεται να επανιδρύσει το σώμα ως ναό, το πνεύμα ως αγέρωχο προστάτη, την καρδιά ως αδιαφιλονίκητο αφέντη και καθοδηγητή.
Με μια βαθιά ανάσα, συνεσταλμενη συγκράτηση και ψυχή καθάρια, ανοίγεται στα νέα λάθη που θα φέρουν τον παράδεισο μια σπιθαμή πιο κοντά.