Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα George J. Mayte. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα George J. Mayte. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | μέρος 7ο (φινάλε) | Όμηρος | George J. Mayte




Ο Ορέστης περίμενε κατάκοπος το επόμενο μετρό στο Πανεπιστήμιο. Έτσι κατάκοπος τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά είναι κάθε μέρα σχεδόν τους τελευταίους δύο μήνες περίπου. Από τις 7 Ιουλίου συγκεκριμένα, που του μετέφερε ο γιατρός τα νέα άμεσα και ψυχρά: «Έχεις καρκίνο στο τελευταίο στάδιο. Ναι από αυτόν που σκοτώνει» . Του έδωσε λίγους μήνες ζωής με θεραπεία, ενα-δυο χρόνια με εγχείρηση, ήταν και κάποιας ηλικίας άλλωστε.
Στη γυναίκα του δεν ειχε πει τίποτα, όταν τον ρώτησε τι του είπε της απάντησε σπαστική κολίτιδα. Αυτό το έκανε γιατί φαντάστηκε την αντίδρασή της, ξαφνικά θα εκδήλωνε μία υπέρμετρη αγάπη, που δεν έχει δείξει εδώ και χρόνια, θα παράταγε τον εραστή της για να είναι όλη την ώρα μαζί του, θα χάλαγε τα λεφτά της για να πάνε στους καλύτερους γιατρούς. Και όλα αυτά λόγω του συναισθηματικού εκβιασμού του θανάτου, μόνο τότε θα έδινε σημασία, και γι αυτό δεν της είπε τίποτα.
Τα φάρμακα ήταν πολύ ακριβά, μέσα σε αυτούς τους μήνες χάλασε σχεδόν ότι είχε και δεν είχε, τις τελευταίες δύο εβδομάδα ζητιάνευε κιόλας δειλά στην Ερμού έξω από το Χοντο, τα Ζάρα το Η'Μ, απέδιδε, αλλά όχι τόσο όσο για την ταπείνωση που ένιωθε.
Σήμερα πέρασε από την τράπεζα να δει πόσα του έχουν μείνει. 12ευρω και 28 λεπτά. Κάθησε σε ένα γράφειο να ρωτήσει έναν υπάλληλο αν θα γινόταν να πάρει κάποιο δάνειο, ο υπάλληλος τον κοίταξε καλά καλά και του είπε πως δήθεν θα εξετάσει το αίτημά του αλλά ο Ορέστης δεν ήταν και τόσο χαζός για να τον πιστέψει.
Έφυγε με τα πόδια και πήγε στο Πανεπιστήμιο και περίμενε το επόμενο μετρό. Δεν είχε και τίποτα άλλο να περιμένει. Στεκόταν μόνος του με τη θλίψη του, χωρίς αγάπη και χωρίς σκοπό, είδε το μέτρο να έρχεται και μόλις πλησίασε πήδηξε στις ράγες.
Ο κόσμος γύρω του πάγωσε από το σοκ, ο οδηγός φρέναρε και μόλις σταμάτησε κατέβηκαν να τον βγάλουν να τον πάνε στο νοσοκομείο.  Σταθμός έκλεισε για ένα τέταρτο και αυτοί που έρχονταν μετά γκρίνιαζαν για την ταλαιπωρία.
Βρήκαν το κινητό του είδαν την τελευταία κλήση και κάλεσαν. Στο νοσοκομείο έφτασε η γυναίκα του και είδε πάνω από το κρεβάτι την πρώην σύζυγο του Ορέστη. «Πως είναι;» Τη ρώτησε, «Χάλια» της είπε. «Πως το έμαθες; Το είπαν στις ειδήσεις;» «Δε νομίζω να είπαν κάτι, με πήραν από το νοσοκομείο, με είδαν στις κλήσεις του, είχαμε μιλήσει προχτές.» 
Η νοσοκόμα που τον φρόντιζε τους είπε πως θα ζήσει από τα τραύματα και βλέποντας τις εξετάσεις του σκεφτόταν: ποιο είναι τίμημα να είσαι ο κάτοχος της μοίρας σου; 

-ΤΕΛΟΣ-

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | μέρος 6ο | Νίκη | George J. Mayte

Η σχέση της Νίκης με τον ένοικο της γκαρσονιέρας του 1ου είχε ξεκινήσει 5 χρόνια πριν όταν ήταν ακόμα φοιτητής. Τώρα εκείνος είναι απόφοιτος, άνεργος προς παρόν σε μανιώδη αναζήτηση εργασίας ενώ η Νίκη είναι παντρεμένη εδώ και είκοσι χρόνια με τον κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο σύζυγό της. Όταν γνώρισε τον άντρα της αυτή ήταν 25 και αυτός ήδη παντρεμένος με δύο παιδιά και όταν η γυναίκα του τους έπιασε στα πράσα χωρίσανε με συνοπτικές διαδικασίες και παντρεύτηκαν ένα χρόνο μετά.
Παιδιά με τη Νίκη δεν έκαναν, δεν το άντεχαν και οικονομικά άλλωστε, τα χρόνια πέρναγαν και εκείνη κολακεύτηκε όταν είδε πως τη φλερτάρει ο νεαρός και δεν άργησαν να καταλήξουν και στο κρεβάτι. Ο άντρας της το είχε υποψιαστεί πως πιθανότατα θα έχει εραστή αλλά αφού δεν είδε δώσει δικαιώματα δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα, οπότε και εκείνη τη μέρα πριν φύγει της είπε πως θα πάει να πάρει τις απαντήσεις, θα περάσει από το προποτζίδικο και όταν είναι να γυρίσει θα την πάρει τηλέφωνο, όπως κάνει κάθε άλλη φορά.
Μόλις έφυγε λοιπόν, σηκώθηκε, πλύθηκε και του έστειλε ένα μήνυμα, «Καλημέρα, που είσαι;» , «Εξω αφήνω βιογραφικά» της απάντησε. «Μολις τελειωσεις δεν ανεβαίνεις να κατσουμε, θα είμαι μόνη μου σήμερα» Μετά από μισή ώρα περίπου έφτασε, του έκανε ένα καφεδάκι και συζήτησαν λίγο περί ανέμων και υδάτων και δεν άργησαν να βγάλουν τα ρούχα τους για να αρχίσουν τα χάδια και τα φιλιά. Το κάνανε στον καναπέ του σαλονιού, με κλειστές τις κουρτίνες φυσικά.
Μόλις τελείωσαν και άναψαν τσιγάρο το τηλέφωνο χτύπησε, η Νίκη το κοίταξε με απορία και απάντησε.



Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | Μέρος 5ο | Ραφαήλος | George J. Mayte

Όταν το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7 η ώρα ο Ραφαήλος σηκώθηκε βρίζοντας για να πάει για δουλειά. Πήρε ελληνικό πρωινό, φραπέ με δύο τσιγάρα δηλαδή, ντύθηκε και έφυγε, μπήκε στο μετρό ξινισμένος και ταίριαξε απόλυτα με τους υπόλοιπους επιβάτες όπου λογικά βρίσκονταν σε αυτό ακριβώς το μέρος για τον ίδιο λόγο. Όταν έφτασε ο προϊστάμενός του του είπε πως σήμερα κατά πάσα πιθανότητα θα δουλέψει ένα διωράκι παραπάνω. Αγανάκτησε από μέσα του, μπορούσες να το δεις και στο ακόμα πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του αλλά σε εκείνον απάντησε με δήθεν προθυμία πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αυτός το ήξερε πως υπήρχε αλλά δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. 
Τις πρώτες ώρες είχαν τους σταθερούς τους πελάτες, την κυρία τάδε που πηγαίνει διπλά στο υπουργείο για δουλειά, τα παιδιά από τη σχολή που πάνε για μάθημα, αυτούς από την τράπεζα, την κυρία τρελή όπου απ’ ότι φαίνεται έχει μείνει μόνη της στον κόσμο και έχει γίνει μέρος της ρουτίνας της και μερικούς περαστικούς.
Κατά της 11 έστειλε ένα μηνυματάκι σε μία φίλη του να κανονίσουν το βράδυ να πάνε για ποτό. Κάθε λίγο και λιγάκι κοίταζε το τηλέφωνό του αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Σε κάθε ευκαιρία χάζευε το προφίλ της και τη σκεφτόταν. Όταν μετά από ώρες απάντησε χαμογέλασε σα χαζός.
Μέχρι να σχολάσει έπλαθε με το μυαλό του τι θα γινόταν το βράδυ που θα την έβλεπε. Θα κάθονταν μόνοι τους, κόσμος πολύς θα ήταν τριγύρω τους, η μουσική θα πλημμύριζε τον χώρο αλλά εκεί που θα ήταν εκείνοι θα είχε απόλυτη ησυχία για να μπορούν να μιλούν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον, τα πρόσωπά τους θα πλησίαζαν και κλείνοντας σιγά σιγά τα μάτια θα φιλιόντουσαν. 
Το μετρό που θα τον γύριζε σπίτι άργησε ένα τέταρτο. Δε βρήκε θέση να κάτσει. Οι επιβάτες ήταν ο ένας πάνω στον άλλον. Στο περίπτερο που πήγε για τσιγάρα χάζευε τα κοριτσάκια που ψώνιζαν και φλέρταρε με την κοπέλα που δούλευε φεύγοντας. 
Όταν βρέθηκαν φάνηκε πως και οι δύο ανυπομονούσαν για τη συνάντηση. Αφού κάνανε μια βολτα να κόψουν κίνηση καταλήξανε στο Jasper’s. Αυτός αντί να είναι ανέμελος και διαχυτικός ήταν σφιγμένος και ενοχλητικός. Στο μαγαζί που πήγανε δεν είχε την προσοχή του σε κείνη. Η μουσική ήταν δυνατά και έπρεπε να φωνάζουν για να ακούγονται. Το μέρος τόσο σκοτεινό που δε γινόταν να κοιταχτούν στα μάτια και όταν κατά λάθος τα χέρια τους αγγίχτηκαν της ζήτησε συγγνώμη.



Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | Μέρος 4ο | George J. Mayte

Η ώρα είναι 9 και τέταρτο και το ραντεβού που είχανε δώσει με την Ελπίδα ήταν για τις 9. Η Ελπίδα είναι μία κοπέλα που ο Ευγένιος είχε γνωρίσει μέσω του facebook – βασικά ειχαν συναντηθει μία φορά κάποτε στο γαμο κάποιου κοινού τους γνωστού αλλά είχαν να μιλήσουν από τότε. Μετά από καιρό της έστειλε ένα μήνυμα τι κάνεις καλά; καλά, πάμε για ένα ποτάκι; πάμε και έτσι έκλεισαν αυτό το ραντεβού 9 η ώρα στο G στο Κολωνάκι.
Φτάνοντας αργοπορημένος κοίταξε αγχωμένα τριγύρω του μες στο μαγαζί μην ειχε φτάσει το ραντεβού του πριν από εκείνον. Δεν την είδε πουθενά. Εντάξει, σκέφτηκε, δε γίναμε ρεζίλι. Έπιασε μία θέση στο μπαρ και είχε τον νου του στην είσοδο. Πήρε κι ένα ποτό, δε θα έπαιρνε κανονικά πριν έρθει η παρέα του αλλά του μίλησε ο μπάρμαν και ντράπηκε να του πει πως θα κάτσει μόνο με νερό.
Κάθησε με το ποτό του και προσπάθησε να χαλαρώσει αλλά δε γινότανε. Σκεφτόταν πως θα έπρεπε να πάει στο γραφείο και το σκ, πως δε θα καταφέρει να πάρει την αδεια που ήθελε και θα αναγκαστεί να πάει διακοπές τέλος Σεπτεμβρίου γιατί Ιούλιο-Αύγουστο «πρόλαβαν οι άλλοι», πως η αδερφή του ζήτησε πάλι δανεικά, πως σα διαχειριστής θα πρέπει πάλι να τσοντάρει λεφτά για τα κοινόχρηστα, πως πρέπει να φτιάξει επιτέλους αυτό το καζανάκι, πώς το δόντι που τον πονάει θέλει μάλλον απονεύρωση και πως φεύγοντας από το σπίτι ξέχασε να κατεβάσει τα σκουπίδια και γυρνώντας μετά θα έχει βρωμίσει όλο το σπίτι από τα αποφάγια απ'το κοτόπουλο.
Κοιτάει το τηλέφωνο 9:33 κανένα μήνυμα, καμία αναπάντητη. Εντάξει θα άργησε, συμβαίνει. Δίπλα του στο μπαρ συζήταγαν κάτι κουστουμαρισμένοι: «και έρχεται ο γέρος  που λες και ήθελε να καταθέσει αίτηση για δάνειο και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα αυτό το ανέκδοτο με την ασφάλεια ζωης» και ξεκαρδίστηκαν και οι δύο στα γέλια, ο ένας σχεδόν πνίγηκε αλλά του Ευγένιου δεν του φάνηκε καθόλου αστείο.
Η ώρα πέρναγε και η Ελπίδα πουθενά, ο Ευγένιος σκέφτηκε μήπως είχε έρθει νωρίτερα είδε πως ήταν μόνη κι έφυγε αλλά ήξερε πως το πιο πιθανό είναι πως ούτε εμφανίστηκε ούτε είχε σκοπό να εμφανιστεί. Ζήτησε από τον μπάρμαν να του βάλει ένα δεύτερο ποτό και έβγαλε το τηλέφωνο του να της στείλει μήνυμα. Δεν το απάντησε ποτέ. 
Πίσω του ο μπάρμαν συζήταγε με τον σερβιτόρο για την κβαντομηχανική και την αστροφυσική που εχει μάθει από το ίντερνετ, διπλα του ο ένας κουστουμάτος εξηγούσε στον άλλον πως η γκόμενά του έχει βάρδια σήμερα οπότε το πεδίο είναι ελεύθερο, στην είσοδο ένα νεαρό ζευγάρι έκανε να μπει αλλά κατάλαβε πως δεν ταιριάζουν με το περιβάλλον και φύγανε, έξω τα αμάξια περνούσαν ασταμάτητα και μέσα η μουσική συνέχιζε μονότονα.
Μόλις πήγε 10 και μισή το πήρε απόφαση πως θα είναι μόνος του και απόψε και σηκώθηκε κι έφυγε και στη διαδρομή για το σπίτι του το μόνο που σκεφτόταν ήταν η δυσωδία από τα σκουπίδια και ο πόνος που θα νιώσει εάν το δόντι του θέλει όντως απονεύρωση.



Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | Μέρος 3ο | George J. Mayte

Το χειρότερο όταν αργείς στη δουλειά δεν είναι πως θα τα ακούσεις από τον προϊστάμενο ή το αφεντικό ή τον οποιονδήποτε, είναι πως είσαι αναγκασμένος αν δεν έχεις δικό σου μέσον να πάρεις ταξί, ή έτσι τουλάχιστον πίστευε ο Φίλιππος, και αυτό όχι μόνο για τα εφτά ευρώ και πενήντα λεπτά περίπου που είναι η διαδρομή από το σπίτι του ως το μαγαζί – αν και εδώ αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος πίστευε πως τα έβγαζε με πολύ παραπάνω κόπο απ ότι εκείνοι – αλλά κυρίως διότι αυτοπροσδιορίζονται ως οι φιλόσοφοι της ασφάλτου, και θα ήταν αδύνατον να μην τον ενοχλεί κάτι τέτοιο όταν ο ίδιος μπαίνει καθημερινά στο “I fucking love science” και στο “Thinking humanity” και ξέρει ακριβώς οτι χρειάζεται να ξέρει κάποιος για την αστροφυσική, την πολιτική και την ψυχολογία μέσα από χαριτωμένες εικόνες με ζωηρά γράμματα. 
Έτσι λοιπόν τον περίμενε μία έκπληξη καθώς με τον συγκεκριμένο οδηγό θα συμφωνούσαν σε παραπάνω πράγματα απ ότι θα περίμενε.
«Κατάλαβες με τους αλήτες; Τον εξαθλίωσαν τον κόσμο. Σήμερα πριν από λίγο κάποιος πήδηξε πάλι μες στις γραμμές του μετρό. Το άκουσα εδώ στο ράδιο, νομίζω. Όλοι αυτοί έχουν συνομωτήσει εναντίον μας, συνεργάζονται. Είναι αδίστακτοι και πανίσχυροι δε σταματάνε πουθενά.» Ο Φίλιππος συμφώνησε στο πανίσχυροι, για τους δικούς του λόγους αλλά συμφώνησε.
«Το άλλο το άκουσες φίλε, βγήκε βίντεο που δείχνει πιλότο που φορτώνει το αεροπλάνο με χημικά για το ψέκασμα καλά όχι πως δεν το ξέραμε αφού βλέπεις τις γραμμές αλλά τώρα είδαμε και το βίντεο, απορώ πως το αφήνουν να υπάρχει λογικά τους κρατάει καλά ο τύπος.» Ο Φίλιππος συμφώνησε, είναι ανήμποροι μπροστά  στα blog και στο youtube.
Επικράτησε μια παράδοξη σιωπή μόλις κόντευαν Κολωνάκι του λέει «Εδώ φίλε τι είσαι; Υπεύθυνος;» Ναι του απάντησε παρόλο που ήταν απλα μπάρμαν, γιατί πίστευε πως θα του άξιζε να είχε αυτή τη θέση.
Μόλις έφτασαν έδωσε τα εφτά ευρώ και πενήντα λεπτά, κατέβηκε δυσανασχετώντας και μπήκε στο μαγαζί για τη βάρδιά του.


Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | μέρος 2ο | George J. Mayte

Η Ναταλία εκείνο το πρωί σηκώθηκε το μεσημέρι, κατά τις 2. Πριν σηκωθεί από το κρεβάτι έπιασε το κινητό της από κομοδίνο και το κοίταξε. Δεκαεφτά ενημερώσεις και τέσσερα μηνύματα. Μετά κοίταξε την ώρα. Δε θα πάει στη σχολή σήμερα. Έφτιαξε έναν καφέ άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε μουσική στο youtube. Η μάνα της μόλις έφυγε για δουλειά. Απάντησε στα μηνύματα και κανόνισε για την αποψινή της έξοδο. Ντύθηκε κάπως πρόχειρα χωρίς να ξεχάσει να βάλει τα γυαλιά ηλίου της, τα σανδάλια που ταιριάζουν με το σορτσάκι της, μία απαλή κολόνια και αντηλιακό. Κατέβηκε στην Ερμού και πήγε προς τον Χοντο. Στο δρόμο χάζευε τα φορέματα και τα διάφορα μαγαζιά με τα παπούτσια. Έξω από το κατάστημα ήταν ένας γέρος που ζητιάνευε χαμηλόφωνα. Τον λυπήθηκε αλλά δεν είχε λεφτά να του δώσει. Μπήκε και πήρε μερικά πράγματα για να γίνει όμορφη για το βράδυ. Κοίταζε και διάφορα άλλα πράγματα και υπολόγιζε πρόχειρα πόσο καιρό πρέπει να κάνει οικονομία για να πάρει αυτήν την Κενζο που έχει βάλει στο μάτι τόσο καιρό. Γυρνώντας σπίτι έβαλε να φάει, έγραψε στο facebook πως η εμφάνιση δε μετράει, έκανε share ένα quote του Λειβαδίτη και ανέβασε μια φωτογραφία με το μίνι που θα φορέσει το βράδυ. 

Έπειτα μίλησε και με το παιδί που φλερτάρει. Εκείνος της είπε πως ανυπομονεί να τη δει το βράδυ. Εκείνη ενθουσιάστηκε αλλά δεν το πολυέδειξε, όχι από σνομπαρία ή ψώνιο ή κάτι τέτοιο απλά στο βάθος του μυαλού της ήξερε πως μπορεί να είναι μπούρδες και πως πιθανόν το λέει σε όλες αυτό για να πηδήξει αλλά υπάρχει και μια αυτόματη λειτουργία του εγκεφάλου, αυτή που διαγράφει τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά αποθηκεύει τα συναισθήματα, όποια και αν είναι αυτά, οπότε ο ενθουσιασμός της συνάντησης κρατούσε και στην τσέπη του το χαρτί της απογοήτευσης. 

«Τέλεια» του απάντησε, χαμογέλασε μιας και κανείς δεν την έβλεπε,  έβαλε να δει μερικά επεισόδια Community και άρχισε να ετοιμάζεται. 




Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Οι οδύνες της κάθαρσης | μέρος 1ο | George J. Mayte

Η Ιουλία γύρισε από τη δουλειά σήμερα στις 11 και μισή. Μπήκε σπίτι πέταξε τα παπούτσια από τα πόδια της που είχαν πρηστεί όλη μέρα και ξεκούμπωσε το σουτιέν της ξεφυσώντας. Άκουγε μέσα τη μικρή που ετοιμαζόταν για να βγει. Θα το γούσταρε κι αυτή ένα ποτάκι αλλά πέρα από το ότι ήταν πτώμα ο μαλάκας θα έβγαινε με τους φίλους του σήμερα. Τουλάχιστον θα είχε το σπίτι για τον εαυτό της. Είναι αυτό το περίεργο συναίσθημα που έχουν οι άνθρωποι μερικές φορές: που θέλεις να σε αφήσουν στην ησυχία σου αλλά ταυτόχρονα σε πληγώνει η μοναξιά. Ίσως επειδή βαθύτατα συγκρούονται η επιθυμία της παρουσίας κάποιου ατόμου με την επιθυμία απουσίας όλων των άλλων. Της έρχονται αυτές οι σκέψεις τέτοιες ώρες λόγω της κούρασης και των καφέδων που έχει πιει όλη τη μέρα αλλά λίγο αλκοόλ φτάνει για να τις αντικαταστήσει με άλλες. 
Μπαίνει η μικρή στο σαλόνι έτοιμη για τη βραδινή της έξοδο. Τη ρωτάει που θα πάνε, έξω, βόλτα απάντησε. Να προσέχετε, της λέει, τι έγινε είχες δύσκολη μέρα στη δουλειά, ρώτησε. 
«Ναι, δεν έχεις ιδέα. Πάλι μας έφεραν κάτι νεαρούς από τροχαίο, τους χάσαμε, ένας γέρος που πήδηξε στις ράγες του μετρό και έζησε (ο κακομοίρης, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε δυνατά), μια κοπέλα που την είχε δείρει ο γκόμενός της και δεν το παραδεχόταν, λες και δεν έχουμε ξαναδεί θύματα ξυλοδαρμού εκεί μέσα. Εσένα σ’ έχω για πιο έξυπνη.»
Η μικρή δεν απάντησε, όλα αυτά της φαίνονταν σα γεγονότα από άλλο κόσμο μακρινό, που συμβαίνουν μόνο στις ταινίες και στους τίτλους των ειδήσεων. Όλα αυτά δε συμβαίνουν σε ανθρώπους δίπλα μας, μόνο σε “κάποιους”, ανώνυμους χωρίς να ξέρει πως η τραγωδία είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή να της χτυπήσει την πόρτα και να την πάρει αγκαλιά τόσο σφιχτά που δε θα μπορεί να ανασάνει. 
Η μικρή έφυγε και η Ιουλία έμεινε μόνη της. Έβαλε ένα ποτήρι ποτό και έκατσε μπροστά από τον υπολογιστή. Θα πάρει μετά τον μαλάκα της τηλέφωνο για τα τυπικά γιατί έτσι κι αλλιώς ξέρει πως δεν μπορεί να ξέρει. 
Μετά από λίγη ώρα μπήκε και έκανε ένα καυτό μπάνιο, χαϊδεύτηκε λίγο και μόλις τέλειωσε έπεσε για ύπνο και φοβήθηκε για την κόρη της, μην περάσουν τα χρόνια και τη βλέπει να ζει τις μέρες που ζει κι εκείνη. 



Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Τέρατα. | George J. Mayte

Σήμερα το πρωί με τον καφέ μου έβαλα και είδα ειδήσεις. «Στη Συρία ο πόλεμος συνεχίζεται» « Η Microsoft στέλνει δορυφόρους στο διάστημα» «Πατέρας και εξέδιδε την ανήλικη κόρη του στους φίλους του για 50 ευρώ» «Δείτε τι φόρεσε η Naomi Watts στη φετινή απονομή» «Διπλός φόνος ηλικιωμένων στην κατοικία τους στο Παγκράτι. Οι δράστες αγνοούνται» «Σήμερα στο The Voice» «Άφησε την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο, σπαράζει η μάνα του νεαρού» «Με το πιο σέξι μαγιό που έχουμε δει μέχρι στι-»
Την κλείνω και φεύγω για δουλεία. Μπαίνω στον ηλεκτρικό. Ένας τύπος καμένος σε όλο του το σώμα χωρίς χέρια ζητιανεύει. Κοιτάω το τηλέφωνο μια ειδοποίηση από το YouTube: νέο βίντεο από screenjunkies. Θα το δω μετά στο σπίτι. 
Βγαίνοντας μια νεαρή μοιράζει φυλλάδια. Δεν το παίρνω. Κοιτάω τις βιτρίνες στο δρόμο. Καλά θα ήταν να είχα λεφτά να έπαιρνα αυτό το παντελόνι των 160ευρώ. 
Πάω στη δουλειά. «5.5 έχει ο καφές σας.» «Αφήστε το βιογραφικό σας και θα σας καλέσουμε» 
Γυρνάω σπίτι. Ζεστάινω φαγητό στα μικροκύματα. Βάζω ταινία. Όπλα, θάνατοι, σεξ, γελακια. 
Πέφτω για ύπνο. 
Ήταν μια καλή μέρα και σήμερα.