Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Θέμις Ιππέκη | Μοναξιά


Πουλιά αλλιώτικα, χαμένα από το νόημα τους, αγριεμένα κοράκια να τρώνε τα κόκαλα τους,

ξερόχορτα, σπασμένα κλαριά, ξεριζωμένα φύλλα

στο κελάρι της μοναξιάς πως τρύπωσαν κι απόκαμαν,

μην βλέποντας κάτι απ’ τη ζωντανή την ένωση στις άκρες των φρυδιών τους

ούτε ακούγοντας τον δρόσο να στάζει μεταμέλεια

να στέλνει όλα του κόσμου τ’ απάνθρωπα στα μετερίζια του Άδη

απ’ τις βαριές ημέρες πάνω απ’ τα καυτά χώματα,

στης στέπας το μπουντρούμι.

Ορφάνεψαν τα σώματα – κι η κυρά άφαντη-

μήτε πίνοντας τη βροχή να μεθάει με κρυστάλλους από ζάχαρη ,

ν’ ανοίγουν νυχτολούλουδα ,ν’ ανασταίνονται οι κρίνοι

απ’ τις πολύπαθες νύχτες , κάτω απ’ τα ξελογιασμένα άστρα,

στης κρυωμένης κουβέρτας το μόνο χάδι.

Ερημωμένοι οι βραχώδεις κρόταφοι, καημούς δαγκώνουν τα λεπτά χείλη

με τα χέρια ξεχειλωμένα βαριά φορτία, αφού μ’ άλλα δεν μοιράστηκαν τα βάρη

με τα πόδια δυο πέτρες θαμμένες στα πατρικά μάρμαρα, αφού ξένες χώρες κι άτσαλα αλισβερίσια με του χρόνου τα καμώματα τις μίκρυναν

με την καρδιά αλλοδαπή παραδουλεύτρα μ’ αφεντικό την ντόπια εξουσία του πόνου,

στα κρυφά να μπαλώνει τις τρύπες της ποδιάς, τα φαγωμένα μαντήλια απ’ τα βάσανα του φόβου,

στα κλεφτά να στρώνει την μακριά πλεξίδα, οι γκρίζες τρίχες φεγγρίζονται κι πέφτουν απ’ το φαρμάκι της λησμονιάς

είναι τούτο εδώ το μέρος, της μοναξιάς , φάλαγγα δίχως δόρατα

φτωχό κι μολυσμένο , σκληρό κι αλλοιωμένο

κυβερνά εδώ ο Χάρος, δίχως αργίες, Κυριακές κι καλοκαίρια

κι εμείς όλα τ’ απωθημένα, τ’ ανάπηρα παιδιά του ,

μαστόρια δικά του να δουλεύουμε, να τον ξενυχτάμε , να τον αναγεννάμε.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Άτιτλο | Σελάνα Γραίκα

Δεν ήταν αυτό που είπες
ή που νόμιζα πως θα' λεγες
ή αυτό, που τάχα νόμιζες 
πως είπα εγώ σε σένα,
αισθάνθηκες, όπως ένιωσα,
ότι θα αισθανόσουν.
Θ' αρκούσε ένα χαμόγελο,
θ' αρκούσε ένα δάκρυ.
Βαριεστημένη και χορτασμένη 
σιωπή,
γλιστρά έξω η σελήνη,
να συναντήσει το ζεστό της νύχτας 
φιλί,
με κατάκοπα πόδια.
Κύλησε του ρόδου η ψυχή
μέσα στο αίμα της
ενώ βροντούσε η μουσική στον διάδρομο,
και ξάφνου θυμήθηκε
- όπως αναμενόμενο ήταν, πως
στραφτοκοπούσαν τα δόντια του
- καθαρισμένα μύγδαλα για τραγάνισμα-
ενώ φορούσε την αλυσόπλεχτη πουκαμίσα
- των σταυροφόρων, της φάνηκε-
κάτι σαν θώρακας
με τις μικρές του φολίδες
που θα γυαλίζαν γκρίζες, στον ήλιο.
Δαγκωμένη όλη, διαβρωμένη όλη
της αιμάτινης ταραχής.
« Αιώνια αγάπη;» Αιωνία του η Μνήμη.
Η μοναξιά αποτελεί καταφύγιο
των εγωιστών και των Αγίων ανθρώπων.


Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Only when you're gone -της Μπαντιέρα Ροσσα


Αυτό το σπίτι μυρίζει εγκατάλειψη. Θυμό που μετατράπηκε σε θλίψη. Όχι, τις δύσκολες ώρες τις νύχτας δεν σκέφτομαι τους αγωνιστές συντρόφους στα κελιά που καγχάζουν για Ελευθερία και νιώθουν να πνίγονται , ούτε τις πόρνες που περιμένουν βαμμένες μοναξιά στα πεζοδρόμια της Συγγρού. Ούτε τους άστεγους που το χειμώνα κοιμούνται σε sleeping bag κρατώντας έναν κεσέ από γιαούρτι, σχεδόν ημιλιπόθυμοι μέσα στον ύπνο τους, για να ρίξουν όσοι θέλουν ένα κέρμα. Οι αληθινά φραγκάτοι δεν ρίχνουν ποτέ , θα σου πω εγώ που τους είδα. Τους είδα να περνάνε με κοστούμια δίπλα σε ανθρώπους που κρύωναν και δεν έβαλαν ούτε το χέρι στην τσέπη. Και εσύ μου μιλάς για ανθρωπιά. Έπειτα οι πρόσφυγες.Παιδιά και όνειρα που πνιγήκαν με τα αρκουδάκια τους. Σου φαίνομαι ευαίσθητη ε καριόλη; Μου είναι εύκολο να κάνω μία χειρονομία και να σου πω με όλη την οργή μου άντε γαμήσου.

  Το βράδυ, σχεδόν κάθε βράδυ σκέφτομαι και ξεφυσάω. Σχεδόν μηχανικά. Σχεδόν σαν να ξέρω πως ο πόνος σε αυτόν τον κόσμο δεν θα τελειώσει ποτέ. Παίξαμε και χάσαμε λέω. Κοιτάζω την ντουλάπα που έχει μείνει ανοιχτή. Το υπόλοιπο σπίτι ακατάστατο. Σκεπάσματα ανακατεμένα με εσάνς εφιάλτη και αυπνίας. Βιβλία στίβα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Δίπλα μου ο καπνός , πιστός σύντροφος και συνοδοιπόρος. Το ραδιόφωνο παίζει Madrugada. 

Όλο αυτό δεν είναι λύπη. Είναι κόπωση.Και δεν θα το καταλάβεις. Έμεινες να με διαβάζεις με οδηγό τον Φρόυντ και τον Λακάν και ξέχασες να ακούσεις τις φωνές μου. Αυτές που πηγάζουν από εκείνη την διττότητα που ήθελες κάποτε να λατρέψεις σαν Θεό σου. Την μία που που προσπαθεί να δεχτεί τον ρεαλισμό και την άλλη την ιδεαλίστρια που πιστεύει στην φωτιά της δικαιοσύνης και της καλοσύνης. Μια ιδιότητα αδήλωτη ήμουν , ένα ψυχικό χάος και ένα πνεύμα χαμένο. Και εσύ αν και το κατάλαβες δείλιασες. "Δεν θέλω συναισθηματικό δέσιμο" είπες και χάθηκες μέσα στην νύχτα. Όπως φεύγουν οι μοιραίοι ποιητές που το μόνο που μάθανε είναι να γαμάνε.Ίσως να γαμάνε περισσότερο και καλύτερα απ'ότι γράφουν τουλάχιστον. Και κάτι μου έλεγε μέσα μου πως δεν θα σε ξαναδώ. Γι'αυτό σου έλεγα "φοβάμαι".

Τουλάχιστον ήσουν ειλικρινής μωρέ. Να ζητάς όχι χάδια και αγκαλιές και αγγίγματα αλλά χαστούκια και σημάδια.Στυγνές εκτελέσεις. Μελανιές στον λαιμό σου και αίμα να τρέχει από γρατζουνιές στην πλάτη σου. Αίμα λέω.Κόκκινο βαθύ το χρώμα. "Το κόκκινο δεν έχει να κάνει μόνο με το πάθος αλλά και με την βία" είπες. Βία συναινετική ήθελες.Και εγώ, δεν λέω. Αλλά  είναι που οι σχέσεις έχουν να κάνουν με την εξουσία και εγώ δεν θα άντεχα να είμαι θύμα. 

Περνάω συχνά από εκείνον τον τοίχο που έχεις ζωγραφίσει τον Μαρξ. Το Flashback μου περιλαμβάνει λέξεις , δεν μπορεί ο νους να αρθρώσει φράσεις πια. Βία, κτηνώδεις,έρωτας,κόκκινο.

Συγνώμη,νομίζω ένιωσα .






Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Ζώ - του Νίκου Βαρδάκα

                
Ζώ  για να είμαι  μονάδα, ούτε  νούμερο  ούτε
και  αριθμός .Για  να είμαι η ουσία, όχι  ο τύπος
μηδέ και  ο  συνήθης  μύθος.
Ζω  για να είμαι το  φώς, να  ξεχωρίζω  στο  σκότος
της  καθημερινής  πλάνης. Για να είμαι ο λύκος .
Ευτυχώς που υπάρχουν και πρόβατα..
Πεθαίνεις  όταν  επαναλαμβάνεσαι, όταν δεν
έχεις  κάτι  καινούργιο  να  πεις. Όταν  αγαπάς
γιατί ο  έρωτας  ζει αιώνια.
Πεθαίνεις  όταν  μιλάς, γιατί  η σιωπή  είναι  λέξεις
που με μια ματιά  σκορπάς. Όταν  λυπάσαι, γιατί  η
ζωή  έχει  λίγες  χαρές  και  αξίζει  να  τις  βιώνεις  δυνατά.
Πεθαίνεις  όταν  ακούς, γιατί  η  ψυχή  σου έχει αυτιά  που

σε  σπρώχνουν  στο  σταυροδρόμι  της  επιλογής.


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Γκριζόγυμνες συννεφιές - Αλέξανδρος Νασόπουλος

Αφήστε τα όλα όπως είναι, έρημα και ξένα ,
να μην μιλά κανείς,
μόνο τα βλέμματα να κρέμονται στης μοναξιάς τα σωθικά ,

αφήστε κι ελεύθερο τον πόνο να κατακλύσει το δωμάτιο,

και να φυσήξει πια ζωή ,
στα σκονισμένα τα έπιπλα,
στους κίτρινους τους τοίχους ,
στα σημαδεμένα ποτήρια,
κι εκείνα τ' αποτσίγαρα που ξεχάστηκαν σε κάποια γυάλινη βάρκα ,
αφήστε τα να πλέουν τις νύχτες
κάτω απ τα σκεπασμένα φεγγάρια και τις γκριζόγυμνες συννεφιές,
παράλληλα με μια γραφίδα η οποία χορεύει στις μελωδίες κάποιων σπασμένων πλήκτρων ,
που σκίζουν το σκοτάδι σ' εκείνο το βάθος.

Μον 'τα θλιβερά σκοτάδια μας και τους φτωχοδιαβόλους που κουβαλάμε κλειδώστε τα ,
σ' εκείνο το παιδικό ντουλάπι που δεν φτάναμε μικροί ..
εκεί δίπλα στο βάζο με την βανίλια και το μπουκάλι με το ούζο.

Και τώρα να! 

εδώ μονάχοι !

γυμνός κι ελεύθερος ο πόνος,

παντού!

σαν ένα γκάζι ξεχασμένο ανοιχτό να περιμένει κάποια σπίθα,
σαν ενα άλογο αφηνιασμένο που σε χτυπά με τις οπλές του μπρος στα στήθια σου ..

τι να χωρέσω σ' ένα χαρτί γεμάτο αγωνία,
σε μια ζωή που φεύγει μυστικά πίσω από χαμόγελα γεμάτα θλίψη,
σε μιαν ανάσα που ψάχνει απεγνωσμένα τζάμια υγρά να βολευτεί για μια στιγμή,
έτσι κι αλλιώς θα σβήσει ..

βουτώ μόνο στο αίμα χαμένων ποιητών και προσπαθώ να βρω ,
την πληγωμένη έμπνευση τους ,
παρατημένη, κουλουριασμένη σε μια γωνιά ,
κοιτάζοντας τα μάτια σου,
διαβάζοντας τις πιο θολές σου σκέψεις
και ν' απαντά σε αυτό που εσύ δεν ρώτησες ποτέ:

~ βιάσου να με βρεις
ο χρόνος δεν υπάρχει ,
μα τρέχει γρήγορα σε τούτο εδώ τον κόσμο,
όσο εσείς με αθωώνεται τόσο εγώ θα βρίσκω τρόπους να με τιμωρείτε,
πληγωμένη και χαμένη μες στα μάτια σας ~ . 



Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Απόγευμα - του Λίναμ Κεροτάνυ


Γκρι φως μουντό που άσπρισε.
Οθόνη που έκανε το μάτι μαζί της να λάμψει.
Η χρυσή μου χαρά.
Η ενδορφίνη των παρορμήσεων μου,
 σταματάει στην
πραγμάτωσή τους.

Το φως, ώσπου να κλείσω την πόρτα.
Κι η αυγή;
Θα φεγγαρώσει και θα παλιώσει, και το πρωί
θ’ αργήσει όσο και χτες.

Εγώ στις 8 τ’ απόγευμα βρίσκω τον εαυτό μου.
Κι αισθάνομαι πάλι καλά που είμαι μέσα στο σώμα,
το μυαλό,το δωμάτιο.
Την υπόλοιπη μέρα και για τα 3 μπορεί να εξοργιζόμουν, 
αλλά τώρα είναι βράδυ.
Κανείς δεν έχει νεύρα στη δεύτερη μπύρα.
Όλοι ηρέμησαν στην πρώτη αίσθηση παγωτού στο στόμα.
Ξένου αντίχειρα στο μέτωπο, με θεραπευτικές ιδιότητες.
Αγγίγματος στους ώμους.

Κι όταν τελειώσουν αυτά, κάθαρση.
Κανείς δεν είναι θλιμμένος στον ύπνο του.
Κάνει ένα διάλειμμα απ’ τα πάντα.
Κι ύστερα το ξανασκέφτεται.




Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Σβησμένα αποτσίγαρα. - Έβα Γκρην

Ποτέ δεν έχω υπάρξει μόνος. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντοτε αυτές οι σκύλες να με καταδιώκουν. Πάντοτε σα λυσσασμένες να ορμάνε να μου τον γλείψουν. Και πάντα εγώ να υπομένω ανίκανος να αμυνθώ, τόσο λίγος μπροστά στην τόση τους δύναμη. Δε θα πω πως είχα ποτέ πρόβλημα με αυτό. Πάντοτε το γούσταρα. Πάντοτε τις γούσταρα. Ξανθές, μελαχρινές, ψηλές, κοντές, ποιήτριες, ζωγράφοι, καλλιτέχνες - του ποιοτικού και μη, δικηγόροι, γιατροί, πωλήτριες. Καλλιτέχνες, όλες τους. - Ή μήπως καλλιτέχνιδες; Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Κράτα το γραμματικά σωστό. Πάντοτε μου άρεσαν οι γυναίκες. Κακά τα ψέματα, είναι η ωραιότερη εικόνα που θες να αντικρίζεις. Η μόνη -ίσως - τέχνη. Τα βράδια συντροφιά με ένα ουίσκι, τα απογεύματα παρέα στον περίπατο, τα μεσημέρια μαζί με τον καφέ ή το φαγητό, τα πρωινά δίπλα στο κρεβάτι. Μπα, μπα όχι. Αυτό το τελευταίο δε μοιάζει καθόλου δελεαστικό. Ας κρατήσουμε τα άλλα δύο τρίτα της ημέρας. Τα πρωινά είναι για σένα, την εφημερίδα και τον καφέ. Τον σκέτο ελληνικό διπλό που γουστάρεις να πίνεις μόνος σου από τότε που ξεκίνησες να πίνεις καφέ.
Τέλος πάντων, ας μη μιλάμε για τις ιδιοτροπίες μου. Γέρος είμαι, παράξενος είμαι. Ότι θέλω κάνω. Ότι θέλω σκέφτομαι. Άλλωστε κείνες που πρέπει ξέρουν. Κείνες που δεν έμαθαν ποτέ, πάλι για κάποιο λόγο δεν έμαθαν. Κείνο που με στοιχειώνει όμως ακόμα και σήμερα είναι το φάντασμα εκείνης. Το φάντασμα εκείνης που θα μπορούσα να έχω ερωτευτεί, όσο εγώ παραδινόμουν σε εφήμερους έρωτες και ξέστρωνα κρεβάτια, όσο τις άφηνα να τον παίρνουν στο στόμα τους και να κάνουν παιχνίδι. Όσο εξερευνούσα τα γυμνά στήθια και τα ανοιγμένα πόδια τους. Πόση μαγεία αλήθεια μπορεί να χωρέσει σε μια τόσο δα μικρή εικόνα. Τα πόδια τους, ναι τα πόδια τους. Και δε λέω. Πέρασα καλά. Με όλες τους. Καθεμιά και μία ιστορία, καθεμιά και ένα βίωμα, μια μικρή ιστορία για να 'χω να θυμάμαι, για να χω τάχα να διηγούμαι όταν με πιάνουν τα κόμπλεξ μου. Ξέρεις, ο Κ. λέει -παλιόφιλος, ξέρετε από την παρέα του Τσαρλς και αυτός - ότι τάχα όσο νιώθεις είσαι. Και τον πιστεύω τον Κ. Τα λέει γαμάτα. Και έχω ανάγκη να τον πιστέψω τον Κ. Γιατί νιώθω έφηβος, γιατί είμαι έφηβος, γιατί πολύ περισσότερο έχω ανάγκη να ξεράσω την ευθύνη. Τις ευθύνες.
Και ευθύνες και σκέψεις και άλλα τόσα που πρέπει κάποια στιγμή να πάω να χέσω στην τουαλέτα, να πάω να τα ξεράσω μπας και ηρεμήσει το στομάχι μου. Λες και τάχα όλες τούτες οι ερωμένες δεν ήταν ευθύνες. Λες και η ανωριμότητα δεν είναι ευθύνη. Άτιμο πράγμα οι γυναίκες. Άτιμο. Πάντοτε να θέλουν να σε μαντρώσουν, να σε θέλουν μόνο για πάρτη τους, να μη καταλαβαίνουν, να μη θέλουν να καταλάβουν. Πάντα να ζητάνε πιότερα. Και αν και τάχα πας να ανοιχτείς σε καμία αυτή να νομίζει ότι θες να τη χαλβαδιάσεις. Πάντοτε να παρεξηγούν και πάντοτε να πρέπει να αναλώνεσαι σε εξηγήσεις. Πότε στη Λένα που δε θες πια μήτε να την πηδήξεις, πότε σε αυτές που τάχα θέλουν και δεύτερο βράδυ. Ή και πρώτο. Με κάποιες δε σου βγαίνει καν αυτό. Κι εσύ πάντοτε υπόλογος. Πάντοτε να πρέπει να τους εξηγείς, ή να μαζεύεις τον αέρα που έδωσες. Τι τα θες; Πάντοτε αυτές. Η ωραιότερη σαρκοφάγος. Η πιο μυστήρια τάφρος. Πάντοτε αυτές. Εκείνες. Πάντοτε. Τα πιο όμορφα πλάσματα που ένα βράδυ μαστουρωμένος ονειρεύτηκε κάποιος δαίμονας. Γιατί τόση ομορφιά δε μπορεί να 'ναι θεϊκή. Τούτα τα πλάσματα θαρρείς είναι ενός αλλιώτικου κόσμου.

Θαρρείς μάλιστα πως πολλές από αυτές θα μπορούσες να τις έχεις ερωτευτεί. Γιατί δε το έκανες; Γιατί δε τις ερωτεύτηκες ρε μάγκα; , θα ρωτήσεις και ύστερα θα συνεχίσεις με τόνο επικριτικό. Γιατί πάντοτε το μόνο που γούσταρες ήταν η πάρτη σου. Αυτή και μόνο αυτή. Γιατί ποτέ δε συμβιβάστηκες με αυτήν. Γιατί πάντοτε γούσταρες αυτές τις συζητήσεις μετά το σεξ. Αυτά τα δέκα μακάρια λεπτά μετά από 'κείνη τη ζωή που 'χε βγει από μέσα σου. Κείνα τα δέκα λεπτά πριν τον ύπνο. Κείνα τα λεπτά που τους έκανες μια ψευτοαγκαλιά και προσπαθούσες να ανοίξεις συζήτηση. Τι τα θες; Όλες τους επιφανειακές. Όλες σε τρόμαζαν μόλις οι μπογιές έτρεχαν στα γυμνά τους πρόσωπα. Όλες για το γαμήσι και τη μόστρα. Όλες. Μόνο. Καμιά δε σε θέλησε για τα βιβλία σου. Καμιά δε πρέπει να τα 'χε διαβάσει ποτέ. Μήτε μία.
Εκτός από εκείνη. Εκείνη είπε πως τα χε διαβάσει. Και το 'πε πριν τη γαμήσεις. Το πε πριν καν της πεις ότι θες να την πηδήξεις. Όμως, γιατί τούτη να ναι διαφορετική, σκέφτηκες, αναρωτήθηκες. Έσβησες το τσιγάρο στο πάτωμα και το πάτησες. Έριξες και μια χλέπα για να ξεπλύνεις το στόμα σου. Ήθελες να τη γαμήσεις. Ήθελες να γαμηθείτε. Κι όμως, κάτι έμενε μετέωρο να σε κρατάει. Θαρρείς πως ήταν ο εαυτός σου. Ο εαυτός σου που δε ψήθηκε να αφεθεί, που δε ψήθηκε να ερωτευτεί, που βαρέθηκε πια να γνωρίζει γκόμενες και να 'ναι όλες μια από τα ίδια. Ή ίσως κι εκείνη. Ίσως να βιάστηκε. Ίσως να νόμισε πως είσαι κάτι άλλο. Ποτέ δε κατάλαβε. Ποτέ δε θα καταλάβει. Λες και εσύ καταλαβαίνεις τα πάντα. 
Θαρρείς πως όλοι όταν μεγαλώνουμε, αρχίζουμε να ξενερώνουμε. Θαρρείς από συμβιβασμό; Από απογοήτευση; Έπειτα, είναι που θέλει να ζήσει, που θέλει όλα να τα κάνει, που θέλει όλα να τα γευτεί. Ενώ εσύ πια ξέρεις. Δεν είσαι άγιος. Μήτε θα αγιάσεις. Όμως ξέρεις. Πως κάθε άγιος έχει ένα παρελθόν και κάθε δαίμονας έχει ένα μέλλον. Το ξέρεις γιατί το συζήτησες με το φίλο τον Όσκαρ εκείνο το βράδυ με τα ξύδια. Και μπορεί να μην είσαι άγιος, όμως παρελθόν έχεις. Σελίδες ολόκληρες με μουτζούρες, φωτογραφίες πεταμένες απ' άκρη σ' άκρη του καθιστικού. Και πια μήτε κείνη η μυρωδιά από γαζία σου λείπει, μήτε τα ξέφρενα βράδια με αλκοόλ και τσιγάρα. Αν μη τι άλλο, δε ξέρεις πια αν είσαι σε θέση να μοιράζεσαι τα τσιγάρα σου, αν είσαι σε θέση να τα καπνίζετε παρέα.