Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άποψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άποψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Τα παράπονα μιας νεαρής αναγνώστριας (Μέρος Β) | Νινέτα Πλυτά




Αν διαβάσει κανείς το νέο πρόγραμμα Σπουδών της Γ’ Λυκείου, που εφαρμόστηκε πρώτη φορά φέτος, θα δει ότι στόχος είναι "ο διάλογος με τις ποικίλες λογοτεχνικές αναπαραστάσεις της ανθρώπινης κατάστασης στα κείμενα" ώστε "οι μαθητές/τριες να βιώσουν τη λογοτεχνία ως πηγή εμπειριών", "να συγκροτήσουν την υποκειμενικότητά τους, εμπλουτίζοντας την κατανόησή τους για πτυχές του κόσμου που προϋπήρξε και εκείνου που τους περιβάλλει" καθώς και "να αποκτήσουν αναγνωστικές δεξιότητες". Με λίγα λόγια, μέσα από τις διαφορετικές ερμηνείες των μαθητών πάνω στο ίδιο κείμενο, τους δίνεται η δυνατότητα να κατανοήσουν τον εαυτό τους (αναζητώντας τους λόγους που έδωσαν τη συγκεκριμένη ερμηνεία) καθώς και να πάνε τη σκέψη τους ένα βήμα παραπέρα (λαμβάνοντας υπόψη τις ερμηνείες των άλλων και υιοθετώντας εκείνες που τους ταιριάζουν).

Ας μην ξεχνάμε ότι δεν ήταν λίγοι οι μεγάλοι συγγραφείς που κατακρίθηκαν την εποχή που έγραψαν. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτό τους κόστισε μεγάλες διακρίσεις (βλ. Καζαντζάκης και Σικελιανός με το Νόμπελ). Όπως δεν ήταν και λίγες οι φορές που η αξία τους αναγνωρίστηκε πρώτα στο εξωτερικό και αργότερα στην Ελλάδα, πολλές φορές μετά θάνατον.  Όλα αυτά, τα λέω για να δείξω ότι αυτό που σήμερα κατακρίνουμε, αύριο μπορεί να το ‘χουμε Ευαγγέλιο. Και για να μην παρεξηγηθώ,δεν επιδιώκω να συγκρίνω τους κλασικούς συγγραφείς με τους σύγχρονους. Δεν νομίζω άλλωστε πως τίθεται θέμα σύγκρισης δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικά άτομα, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, με διαφορετικές εμπειρίες, ιδέες, τρόπο γραφής κλπ (πολλές οι μεταβλητές, δύσκολη η σύγκριση, κατά τη γνώμη μου).

Έχω ακούσει πολλές φορές να αντιμετωπίζονται τα συγκεκριμένα βιβλία ως "γυναικεία λογοτεχνία" , με την έννοια ότι πρόκειται για ρομαντικές ιστορίες και συνεπώς απευθύνονται κυρίως σε γυναίκες. Εγώ πάντως βλέπω ότι υπάρχουν πολλοί άντρες συγγραφείς που γράφουν τέτοια βιβλία (και δεν είναι λίγες οι φορές που γίνεται η κουβέντα για το πόσο καλά μπορεί ένας άντρας συγγραφέας να σκιαγραφήσει την ψυχολογία μιας γυναίκας) αλλά και άντρες αναγνώστες (κι ας είναι λίγοι). Και έπειτα λέγεται ότι πρόκειται για λογοτεχνία για την παραλία ή για το λεωφορείο. Και αναρωτιέμαι εγώ: γιατί ως λογοτεχνία ορίζονται μόνο τα κείμενα που προκαλούν πολύπλοκους φιλοσοφικούς στοχασμούς και όχι αυτά που προσφέρουν ευχαρίστηση και διαφυγή από την πραγματικότητα; Αν η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση του καθενός (ως προς το χρόνο και τον τόπο κλπ.) δε θα 'πρεπε να ‘ναι και ως προς το είδος; Και είναι δίκαιο να απορρίπτουμε όλους αυτούς τους αναγνώστες που διαβάζουν τέτοια λογοτεχνία μόνο και μόνο επειδή δεν διαβάζουν αυτά που κάποτε κρίθηκαν ως "υψηλά";

Εν έτει 2020 προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε τον κοινωνικό ρατσισμό και όμως παράλληλα καλλιεργούμε έναν "λογοτεχνικό ρατσισμό". Μπορεί να ανέφερα ένα συγκεκριμένο είδος βιβλίων αλλά όσα ειπώθηκαν ισχύουν και για άλλες κατηγορίες όπως π.χ. την εφηβική λογοτεχνία, που πολλές φορές έχει να κάνει με βαμπίρ και επιστημονική φαντασία, τα comics ή ακόμα και βιβλία τύπου "το ημερολόγιο μιας ξενέρωτης", που όμως βοηθούν τα παιδιά να αντιμετωπίσουν προβλήματα της παιδικής-εφηβικής τους καθημερινότητας. Νέα είδη που πολλές φορές θίγουν ζητήματα που αποτελούσαν ταμπού σε παλαιότερες εποχές αλλά σήμερα κρίνεται αναγκαία η διαπραγμάτευσή τους.

Πραγματικά πιστεύω ότι όλα αυτά θα μπουν στην Ιστορία της Λογοτεχνίας που θα γραφτεί στο μέλλον. Κι αν δεν μπουν, απλά θα πρόκειται για ακόμα μια αποσιώπηση της Ιστορίας. Πολύ απλά γιατί όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν στοιχείο της καθημερινότητάς μας είτε το θέλουμε είτε όχι. Και η τόσο συχνή επιλογή τους από τους αναγνώστες, με εκατομμύρια αντίτυπα, δείχνει κάτι, ανεξαρτήτως του πώς τα κρίνουμε εμείς. Γι' αυτό, μήπως αντί να κρίνουμε τις αναγνωστικές επιλογές του καθενός, να αναρωτηθούμε ποιοι είναι οι λόγοι που τον οδηγούν σ' αυτές; Μήπως η αποφυγή των φιλοσοφικών στοχασμών είναι εσκεμμένη; Μήπως η ζωή που ζούμε είναι ήδη αρκετά πολύπλοκη και κουραστική με αποτέλεσμα η λογοτεχνία να αναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό ρόλους αποφόρτισης και διασκέδασης; Άρα μήπως όλες αυτές οι αναγνωστικές επιλογές δεν είναι ένδειξη χαμηλού πνευματικού επιπέδου αλλά ένα ''λογοτεχνικό φαινόμενο'', απόρροια του σύγχρονου τρόπου ζωής; Άλλωστε δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η απώλεια σε ηθικά διδάγματα από τη μη ανάγνωση των κλασικών είναι τόσο μεγάλη. Αρκεί μόνο να σκεφτεί ότι τα ηθικά διδάγματα προέρχονται από τη ζωή. Και εφόσον η ζωή είναι ο καλύτερος δάσκαλος, νομίζω ότι (αργά ή γρήγορα) θα αναπληρώσει τα κενά των μαθητών της.

Υπάρχουν πολλά ακόμη που μπορούν να ειπωθούν επί του θέματος αλλά είπα ήδη αρκετά.

Κλείνοντας, πιστεύω ακράδαντα ότι αν αναγκάσουμε ένα παιδί να διαβάσει αυτά που του επιβάλλουμε, το πιθανότερο είναι να πιάσει το κινητό και να μη διαβάσει τίποτα. Αν πάλι του δώσουμε την ευκαιρία να επιλέξει μόνο του τι θα διαβάσει, τότε ίσως κάποτε γίνει φανατικός αναγνώστης, ίσως και όχι. Όπως και να χει, θα 'ναι δική του επιλογή.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Τα παράπονα μιας νεαρής αναγνώστριας (Μέρος Α) | Νινέτα Πλυτά





Από μικρή μου άρεσαν οι ρομαντικές ιστορίες και κυρίως τα "ελαφριά εμπορικά βιβλία'', όπως είναι γνωστά σήμερα. Γι' αυτό και έχω έρθει πολλές φορές αντιμέτωπη με το ζήτημα της "καλής" λογοτεχνίας ως φοιτήτρια Φιλολογίας, ως μελλοντική εκπαιδευτικός αλλά και ως αναγνώστρια.

Ξεκίνησα να διαβάζω τέτοια βιβλία στο Γυμνάσιο και έγινα γρήγορα φανατική αναγνώστρια του είδους. Είχα βρει το είδος που μου ταίριαζε!

Όταν μπήκα στη σχολή, δεν ήταν λίγες οι φορές που ήρθα σε δύσκολη θέση και ένιωσα άσχημα που διάβαζα αυτή την "ευτελή" λογοτεχνία, όπως την χαρακτήριζαν. Ένιωθα ότι είχα απέναντί μου τόσο κάποιους καθηγητές μου αλλά και όλους τους μεγάλους λογοτέχνες που μελετούσα, να με κοιτούν επικριτικά. Παρόλα αυτά δεν σταμάτησα να διαβάζω αυτά που μου άρεσαν. Διάβαζα και κλασική λογοτεχνία αλλά λόγω της σχολής, έπιανα τον εαυτό μου να αναλύει τα κείμενα και να χάνει την ουσία. Ήξερα ότι χρειαζόμουν κάτι διαφορετικό, για να μην είναι η ζωή μου μια συνεχής φιλολογική ανάλυση. Το μυαλό χρειαζόταν και ξεκούραση. Αυτή έγινε λοιπόν η ‘’δικαιολογία’’ μου. Μου ήταν ξεκάθαρο άλλωστε ότι αυτά τα βιβλία με ευχαριστούσαν, μαζί βέβαια με τον Ξενόπουλο που έγινε ο αγαπημένος μου κλασικός (για τον οποίο δε σταμάτησα ποτέ να λέω ότι τον γνώρισα από ένα τέτοιο βιβλίο που βασίζεται σε ένα μυθιστόρημά του). Ο Ξενόπουλος μου θυμίζει πολύ τα σύγχρονα μυθιστορήματα, αυτά που όλοι κατακρίνουν, όπως κατέκριναν κι εκείνον κάποτε, παρόλο που τώρα ανήκει στους μεγάλους νεοέλληνες συγγραφείς.

Με τα χρόνια, έχω συναναστραφεί πολλούς ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν διαβάσει σίγουρα περισσότερα "ευτελή" παρά κλασικά λογοτεχνικά έργα. Και αρχίζει μετά το κήρυγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο, που δε διαβάζει κλπ κλπ. Συμφωνώ ότι οι άνθρωποι ίσως δεν διαβάζουν όσο παλιότερα. Αλλά κι απ' αυτούς που διαβάζουν, πολλοί αποκλείονται απ' το μέτρημα με το επιχείρημα ότι αυτά που διαβάζουν είναι αμφιβόλου ποιότητας.

Μετά από αρκετά χρόνια εσωτερικού διχασμού μεταξύ φιλολογίας και προσωπικών αναγνωστικών επιλογών, κατέληξα ότι δεν με νοιάζει τι θεωρείται ως "καλή" λογοτεχνία. Δεν απορρίπτω τα κλασικά έργα (αγαπώ τα βιβλία ανεξαρτήτου περιεχομένου) και προφανώς τα σέβομαι. Αλλά επιλέγω να τα διαβάσω όχι επειδή με υποχρέωσε ένας λογοτεχνικός κανόνας αλλά επειδή εγώ το επέλεξα. Θεωρώ ότι είναι δικαίωμα του καθενός να διαβάζει ό,τι θελήσει. Αρκετές κοινωνικές συμβάσεις υπάρχουν στον κόσμο, τουλάχιστον την αναγνωστική εμπειρία, που στο κάτω κάτω δεν βλάπτει και κανέναν, δεν θα ‘πρεπε να την ορίζει κανένας άλλος απ' τον ίδιο τον αναγνώστη.

Μελετώντας την εξέλιξη της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και ειδικότερα στα πλαίσια της Διδακτικής της Λογοτεχνίας, έμαθα ότι η επιστήμη έχει προχωρήσει και εκεί. Και όπως ανά τους αιώνες αυξήθηκε η ελευθερία του ατόμου, έτσι έγινε και με την ελευθερία του αναγνώστη (τουλάχιστον θεωρητικά). Η λογοτεχνική ανάγνωση ξεκίνησε με την έμφαση στο κείμενο και τον δημιουργό του και κατέληξε στον αναγνώστη και στο πώς εκείνος το ερμηνεύει, με βάση τις δικές του εμπειρίες, αντιλήψεις κλπ. Η εξέλιξη αυτή έγινε ορατή και στα σχολικά προγράμματα, όπου ο στόχος διδασκαλίας της Λογοτεχνίας πέρασε από την πολιτισμική μεταβίβαση στην ικανότητα του αναγνώστη για κριτική κατανόηση του κειμένου και έπειτα στην ατομική ανάπτυξη του μαθητή.

Η Λογοτεχνία είναι Τέχνη κι όμως πολλές φορές επιλέγουμε να την αντιμετωπίσουμε με όρους-περιορισμούς που αρμόζουν στην επιστήμη. Μια πολύ εύστοχη διάκριση είναι αυτή του Dilthey, ο οποίος έκρινε ότι η εξήγηση αρμόζει στις θετικές επιστήμες ενώ στις ανθρωπιστικές η ερμηνεία. Πολλές φορές, και ειδικά στο σχολείο, προσπαθούμε να εξηγήσουμε τι θέλει να πει ο ποιητής, ποιες οι συνθήκες κάτω απ' τις οποίες γράφτηκε το κείμενο. Και μένουμε εκεί. Ξεχνάμε να ρωτήσουμε τι σημαίνει το κείμενο για μας, τι συναισθήματα μας προκαλεί, πώς κρίνουμε εμείς τις αντιδράσεις των ηρώων, γενικά τι πιστεύουμε εμείς για το κείμενο. Κι όμως η Τέχνη δεν έχει στόχο να μεταδώσει γνώσεις αλλά να δώσει τη δυνατότητα για έκφραση, ειδικά σε έναν κόσμο όπου καθετί εκτός συμβάσεων κρίνεται απορριπτέο και περιθωριοποιείται.

Συνεχίζεται...

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Εκείνο που πρέπει επιτέλους να ζήσει είναι η ίδια η ζωή | Έλλη Πράντζου



Όταν κάποιες καταστάσεις ή κάποιες έννοιες ξεφεύγουν από το αρχικό τους νόημα και μας εγκλωβίζουν καταλήγοντας όπλα φανατισμού, συντηρητισμού, καταπίεσης και διαχωρισμού/διχασμού τότε δημιουργείται τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα.

Όταν η οικογένεια από ζεστή αγκαλιά μετατρέπεται σε σκληροπυρηνικό σύμβολο μιας αυθαίρετης κι επιβεβλημένης "κανονικότητας" -πολλές φορές ακραία πατριαρχικής- που μειώνει όποιον δε θέλει να την ακολουθήσει, γίνεται πρόβλημα.

Όταν η θρησκεία από δικαίωμα πίστης του καθενός μετατρέπεται σε απολυταρχικό κράτος εν κράτει και γεμίζει μέσω τεράστιου μέρους της εκκλησίας και των θρησκόληπτων τις ψυχές με μισαλλοδοξία και δογματισμό, είναι πρόβλημα.

Όταν η πατρίδα κι η εθνικότητα από τόπος γέννησης κι απλό χαρακτηριστικό μετατρέπονται σε βάση για επηρμένες κορόνες ρατσισμού κι εθνικής υπερηφάνιας που στρέφεται ενάντια σε καθετί διαφορετικό προκειμένου, λέει, να διατηρηθεί αλώβητη η "καθαρότητα" των πατριωτών από βρόμικο αίμα ή ανώμαλους, είναι πρόβλημα.

Κι όχι απλώς πρόβλημα. Παθογένεια ενός ολόκληρου συστήματος.

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, με αυτή τους τη μορφή, πρέπει να "πεθάνουν". Τονίζω, με αυτή τους τη μορφή. Γιατί κανείς μάλλον δε σκέφτηκε πως επιτρέποντας την επιβίωση όλης αυτής της κατάντιας πεθαίνουμε τελικά κάθε μέρα κι από λίγο οι άνθρωποι.

Μα όσο κι αν επιμένουμε να το ξεχνάμε πάνω απ'όλα είμαστε ακριβώς αυτό: άνθρωποι. Άνθρωποι με τα καλά μας, τα στραβά μας, τις διαφορετικότητές μας που στη μάζα μοιάζουν να χάνονται είτε λόγω φόβου είτε λόγω καταναγκαστικής προσαρμοστικότητας, με τα όνειρα και τις επιθυμίες μας, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις μας, τις αδυναμίες μας και τις απίστευτες διαφορετικές δυνατότητές μας. Αν είναι να ζουν και να βασιλεύουν όλες εκείνες οι κατάντιες εννοιών -οι οποίες αυτούσιες δεν έχουν καν αυτά τα ηλίθια νοήματα που τους έχουν κάποιοι προσδώσει- και να πεθαίνουμε οι άνθρωποι από ασφυξία τότε μαντέψτε τι διαλέγω.

Δεν υπάρχει μόνο ένας θάνατος, βλέπεις. Θάνατος είναι κι η πάταξη της ατομικότητας, θάνατος είναι κι η έλλειψη σεβασμού στον διπλανό μας, θάνατος είναι ο φόβος, θάνατος είναι η αλλοτρίωση των ψυχών μας κι ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Ο καθένας επιλέγει τι θα ήθελε να επικρατήσει λοιπόν. Οι άνθρωποι ή τα δεσμά τους.

Μόνο αυτήν την οπτική θα μπορούσα να καταλάβω και στο πολυσυζητημένο πανό που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες χωρίς να σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνω επίσης το γιατί προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στους υποστηρικτές της συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης. Φυσικά κι ήταν παρεξηγήσιμος ο τρόπος έκφρασης, φυσικά κι από το ένα άκρο πάμε έτσι στο άλλο και δε θα έλεγα ότι μου αρέσει αυτό.

Παρ' όλα αυτά -και δυστυχώς- καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου σε απόγνωση να θέλει όντως να διαολοστείλει όλα εκείνα που τον καταπιέζουν -ακόμη κι εμένα την ίδια όταν γίνομαι εμπόδιο σε όσα θα μπορούσαν να με πάνε μπροστά. Σίγουρα δε θα το έκανα σημαία μου κι όχι από σεμνοτυφία αλλά γιατί ξέρω ότι από εκείνους που θέλω να πολεμήσω ή από όσους θα ήθελα να κερδίσω θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρητορική μίσους και να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου ή να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. 

Ωστόσο ζητώ συγγνώμη που έστω και με άλλον τρόπο έκφρασης θα επέλεγα να ζήσουμε οι άνθρωποι κι όχι τα κατασκευασμένα από κάποιους εγκληματικά καλούπια μας.

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Λίγα λόγια να εξηγούμαστε στα άλλα λόγια να αγαπιόμαστε | Έλλη Πράντζου



Οι άνθρωποι βρίσκονται στο κακό και φοβούνται το χειρότερο αδυνατώντας έτσι να δουν το καλύτερο. Δεν αναρωτιούνται, όμως, γιατί πιο πιθανό σενάριο είναι το χειρότερο που φοβούνται ώστε να το πολεμήσουν στοχεύοντας στην εξέλιξη κι όχι τη στάσιμη ανακύκλωση που οδήγησε στην εμφανή πιθανότητα του χειρότερου.

Κάπως έτσι μόνο με επαναστάσεις τρελών και τις ιδέες τους άλλαζε πάντα ο κόσμος κι όχι δυστυχώς από τις πλειοψηφίες που συνήθως χλεύαζαν αυτές τις ιδέες ώσπου να πάρουν μπρος κι οι ίδιες έχοντας πέσει ήδη στον γκρεμό. Ίσως γι' αυτό πολλά καλά δεν έχουν ανόθευτη διάρκεια. Γιατί η θεωρία από την πράξη απέχει όσο η πίστη των πολλών σε αυτή. Των πολλών που κατηγορούν τους "θεωρητικούς" μιας ιδεολογίας επειδή "χτενιζόμενοι" δε βγάζουν φίδια από τρύπες μόνοι τους για να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες ή ψάχνουν εντελώς άλλους τρόπους από το "τρεχάτε καιγόμαστε" που καθιστά κάθε περαιτέρω σκέψη πολυτέλεια.

Αν δε βρεις πού είναι η εστία, όμως, πώς θα σβήσεις μια για πάντα τη φωτιά; Όταν ο κόσμος γκρεμίζεται και κάποιοι φωνάζουν πως δεν ξεκινάς να χτίζεις κάτι νέο από την ταράτσα δεν είναι "μπιπ" που χτενίζονται αλλά μάλλον κάτι προσπαθούν να σου πουν κι εσύ φοβούμενος το χειρότερο δεν ερμηνεύεις όσα λεν απλώς τα ακούς και τους κολλάς ταμπέλες.

Αφού μεθαύριο παίζει να μη μείνει όρθιο ούτε το κεφάλι μας ώστε να έχουμε τρίχες να χτενίσουμε εμείς οι "επαναστάστες" ας επιλέξουμε, λοιπόν, ποιος θα μας το πάρει να μη μας λεν ότι μείναμε κι άπραγοι. Αφού μέχρι εκεί φτάνει η συμμετοχή μας στα κοινά εξάλλου ας τρέξουμε να εκμεταλλευτούμε τη "δύναμή" μας μη μας κατηγορήσουν ότι δε συμμετέχουμε κιόλας! Όντως κάποιοι είναι πιο ελαφροχέρηδες κι αποκεφαλίζουν ή κουρεύουν δικαιότερα, λίγο το 'χεις; Άσε που αν πετύχουμε όντως κανέναν από τους καλούς -γιατί προφανώς θα υπάρχουν κάποιοι- θα έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη βαυκαλιζόμενοι πως λύσαμε το πρόβλημα μια για πάντα.

Όχι, κύριοι. Αρνούμαστε. Αρνούμαστε το όλον. Όλο το σύστημα. Όλο το σύστημα, καταλαβαίνετε; Το βήμα στη διαφθορά και την ευκαιρία οι έμφυτες ανθρώπινες αδυναμίες να γίνουν ακόμη πιο έντονες και να χρησιμοποιηθούν σε βάρος άλλων απλώς και μόνο επειδή θα είναι "από πάνω".

Αρνούμαστε την εξουσία. Αρνούμαστε το σύστημα αυτό που έφερε στην επιφάνεια με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κι όσα εσείς οι ίδιοι παραδέχεστε ότι φοβάστε και τρέχετε να τα αντιμετωπίσετε μέσω του ίδιου ακριβώς συστήματος. Τη διαφθορά, την ανισότητα, την αναξιοκρατία, την απελπισία και την άγνοια που οδήγησαν σε εγκληματικές ψήφους στους φανερούς φασίστες.

Δε σας προβληματίζει τίποτε από όλα αυτά; Ακόμη κι εκείνοι που πολέμησαν κάποτε για το δικαίωμα ψήφου τολμώ να υποθέσω πως έστω πολλοί από αυτούς αν έβλεπαν σήμερα πώς έχουμε καταντήσει θα συνέχιζαν τον αγώνα τους για κάτι ακόμη καλύτερο, δε θα έμεναν στάσιμοι στα μέχρι τώρα επιτεύγματά τους. Όσοι δε θα είχαν επαναπαυθεί ήδη έστω.

Κι αν ακόμη ελπίζετε να είστε ο εχθρός εκ των έσω κάποια στιγμή καλό είναι να αντιμετωπίσετε το γεγονός πως αυτό ως τώρα δεν έχει πετύχει. Η παραδοχή μιας αποτυχίας δεν είναι κάτι κακό. Μας βοηθάει να πάμε παρακάτω.

Τέλος, πείτε μου ποιος δίκαιος στην εξουσία έμεινε όρθιος για πολύ κι αν έμεινε ο ίδιος πόσοι βρέθηκαν μετά από αυτόν να τον αντικαταστήσουν επάξια αδέκαστοι στην εξουσία, το τονίζω. Αφού είμαστε άνθρωποι κι όχι αγγελικά πλασμένοι ας δώσουμε σε κάποιους λίγους την ευκαιρία να διαφθαρούν και με βάση τα προνόμιά τους απέναντί μας να μας πατήσουν κάτω αντί να δοκιμάσουμε τι θα πει επί ίσοις όροις. Γιατί όχι, ε;

Ενδιαφέρον. Αλλά αν ελπίζετε σε κάτι τέτοιο, έναν δίκαιο εξουσιαστή με εξίσου δίκαιους διαδόχους (μιας κι εξουσία προσφέρει το υπάρχον σύστημα όπως εφαρμόζεται ας μην παίζουμε τις κουμπάρες), παρακαλώ τουλάχιστον μη λέτε εμάς ουτοπιστές. Αυτό μόνο. Κατά τα άλλα ο καθένας μας κάτι χτενίζει όσο κάποιος άλλος καίγεται, ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το απόλυτο αίσθημα δικαίου; άλλο βελτίωση στην οποία στοχεύουμε κι ελπίζουμε άλλο πανάκεια εξάλλου.
Και μια αφελής ερώτηση για το τέλος, έτσι για να ευθυμήσουμε λίγο. Εσείς που ωρύεστε για την αποχή πώς είστε τόσο σίγουροι ότι η πλειοψηφία όσων δεν πήγαν να ψηφίσουν θα ψήφιζε τελικά αν πήγαινε αυτό που εσείς θεωρείτε καλύτερο κι όχι κάτι από όσα φοβάστε; Αν ποτέ αφουγκραστούμε πρώτα τα γιατί πίσω από καθετί πριν φτάσουμε στα πώς ίσως βρούμε έναν κάποιο δρόμο διαφορετικό κάποτε.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

"Ημερολόγιο μιας βδομάδας" | Σίμος Ανδρονίδης



«ΒΡΑΧΟΣ, το μέγα κόκκινο· δεύτερη πόρτα, Πέμπτη πόρτα, κ’ η δωδεκάτη κλεισμένη· χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο, χτύπημα της πέτρας στην πέτρα- Μ’ ακούς; Εγώ σ’ ακούω- δυο σιωπές[1] κάνουν μια φωνή κ’ ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι» (Γιάννης Ρίτσος, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’).




Η μικρή ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου που φέρει τον τίτλο 'Ημερολόγιο μιας βδομάδας', εν είδει ποιητικού-ιστορικού χρονικού, προσδιορίζει τα επάλληλα συμβάντα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, εγγράφει τους όρους ενός 'πράττειν' που διαρκεί στο και στα σώματα που 'τροφοδοτούν' το γίγνεσθαι με αμφιβολία, με 'φορτισμένο' αντι-δικτατορικό 'πάθος', προσίδια αναφέροντας, εντός ποιητικότητας, αυτό που ο Martin Heidegger oνομάζει «ημερομηνιακό ενδεχόμενο»[2] ('Datierbarkeit'), ένα 'ενδεχόμενο' διάστικτο από γενεαλογικές αποτυπώσεις και φωνές που αναπαράγουν το σημαίνον 'Πολυτεχνείο' εντός ιστορίας, ένα ίδιο και Χαϊντεγγεριανό ''ημερομηνιακό ενδεχόμενο'' το οποίο και εκδι-πλώνεται εμπρόθετα εκκινώντας στις 16 του Νοεμβρίου και καταλήγοντας, μη ιδεοτυπικά αλλά περισσότερο παραπεμπτικά, στις 22 του ίδιου μήνα.[3]

Στην περιεχομενικότητα του ποιήματος-«ενδεχομένου», στις εκφάνσεις ενός χρόνου που διαρκεί 'παράταιρα' αφαιρώντας, η Ριτσική γραφή σημασιοδοτεί έναν 'βιό-κοσμο' που συντίθεται από την απερίσταλτη επωνυμία μίας γενιάς που δομεί την ιδιαίτερη 'Εστία' της (Πολυτεχνείο), δια-κρατώντας ως διακύβευμα έναν 'χειραφετητικό ορθολογισμό' που αξιο-θεμελιώνεται στη γλώσσα και δη στη συνθηματική-πολιτική γλώσσα ως ιστορική 'άντληση', που εκ-φέρει την διαρκώς επαπειλούμενη αγωνία για αυτό που 'κυοφορείται' ως στρατιωτική-δικτατορική αντίδραση, αγωνία που δεν σπεύδει να εμποδίσει παρά εκθέτει την ευρύτερη 'δυναμολογία' που συσσωρεύει διαρκώς τις προϋποθέσεις της εξέγερσης: μαθητές και φοιτητές δύνανται να μετατοπίσουν την οριακότητα του συμβολικού και μη 'ανήκειν' ('αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας'), αρθρώνοντας, πάνω στην πύλη-Νόμο' την εμμένεια και την 'διαστασιακότητα' της 'αθεμιτουργούσας' επιμονής και της επάλληλης παρότρυνσης που συστηματοποιεί σημαίνοντα: 'αδέλφια μας στρατιώτες, αδέλφια μας στρατιώτες'[4], εκεί όπου η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου προσιδιάζει στο αίμα που πλέον 'είναι δικό μας': «Ώρα μεγάλη, ώρα σκληρή, ώρα αδειασμένη απ' τη δειλή μακροθυμία των στίχων- εδώ ό,τι πια θα πει θα 'ναι το αίμα. Ω, κακόφημη ζωή, ληστεμένη».[5]

Το αίμα των φοιτητών προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά της 'εδαφοποίησης' του σε έναν τόπο που ανασύρει 'ερείπια', απεικονίζει τον αδυσώπητο όσο και ανθρώπινο χρόνο που καθίσταται παροντικός χρόνος «αξιακά αυτοσυνείδητος»[6], όπως τονίζει ο Θανάσης Γκιούρας, που εκπληρώνει και εκ-πληρώνεται σε ένα σώμα ελλειπτικό που προτάσσει την επιθυμία της 'αδελφικής' του έγκλησης (το υπόδειγμα, 'αδέλφια μας'), που βιώνει την πραγματικότητα της στρατιωτικής δικτατορίας ωσάν 'σκληρή μεταφορά και διάσχιση του Λακανικού 'βορρόμειου κόμβου της ιστορίας'[7], ανα-πλαισιώνοντας το ίδιο το 'Πολυτεχνείο' με την τροπικότητα του αίματος που έχει ήδη καταστεί ορατό, κοινοποιήσιμο, 'λέξη' τετριμμένη και μορφολογική, σιωπή που 'γεννά' την μνήμη του ιδεατά παραμορφωμένου, εντός της πόλης-'Σφίγγας': «εδώ ό,τι πια θα πει θα 'ναι το αίμα», γράφει ο Μονεμβασιώτης ποιητής, αποδίδοντας την συμβαντικότητα στο χρόνο της σύγκρουσης και της 'εισβολής' στο χώρο του Πολυτεχνείο[8] από τους ίδιους κρατούντες που εξυψώνοντας τις ράβδους της 'άρχουσας ελληνικότητας' δύνανται να ομιλήσουν, 'Η Πόλις Εάλω', το 'πράττειν' αποτρέπει και 'δεδικαίωται'.

Η «ληστεμένη ζωή»[9] 'ενσαρκώνεται' σε υποκείμενα της 'μη-άφεσης', στη γενιά-γενεαλογία που επι-φέρει την τελετουργία της 'εμβάπτισης' στον 'αδυσώπητο' χρόνο-χρονικότητα, της 'κινησιολογίας' προς το μη-αναγώγιμο στη 'βούληση των άλλων', νοηματοδοτώντας βαθιά ή βαθυ-δομικά βιώματα και διε-ρωτήσεις: ποιος δύναται να είναι 'παρών' στον παρόν χρόνο; ποιοι δύνανται να εκ-φέρουν την ακρίβεια της λέξης-πρόσταγμα; Τι δύναται να σημάνει το 'Πολυτεχνείο των ιστορικών σημάνσεων; Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου 'συν-διαλέγεται' με την ποιητική του συλλογή 'Το σώμα και το αίμα'[10], αναγνωρίζεται στην αμεσότητα και στην οικειότητα του σπαράγματος και του 'τραύματος', στην σχεσιακή ερωτικότητα της γενιάς που δεν δια-κρατεί παρά την έκκληση της φωνής της, την αίσθηση της οριακότητα μίας 'μάχης' που θα δοθεί ξεχωριστά, από τον καθέναν.

«Λιόλουστη μέρα. Κάλαμος. Η θάλασσα. Σπουργίτια στον ελαιώνα. Κάλεσμα, πρόκληση, κάλλος, μακρινή προδομένη μακαριότητα-α, εσύ, δραπέτη, λιποτάχτη, κρυμμένε ανάμεσα στ' αγάλματα, πίσω απ' τα αγάλματα, μέσα στ' αγάλματα- αγάλματα κούφια, χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα,- αρνήσου, αρνήσου,- όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις. Το δέντρο, το πουλί, το γαλάζιο, - αμαρτία, αμαρτία. Πως μπορείτε να κοιμάστε; Εσείς ο ίδιος ο έρωτας. Κι ο έρωτας αμαρτία- Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, παιδιά μας, πόσες γενιές παιδιά μας, σε αδιαίρετο χρόνο, χωρίς χρόνο, στα στάχυα και στα σύρματα, στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα, έρωτες μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτες μας- ΓΙΑ ΤΙΠΟΤ' άλλο να μην έχουμε μάτια, παρά μόνο για σας. Τίποτ' άλλο».[11]

Διαμέσου των επάλληλων πτυχώσεων του ποιητικού του λόγου ο Γιάννης Ρίτσος δύναται να επανεπινοήσει εκτατικά τους όρους ύπαρξης και παρουσίας της δικής του γενιάς στο 'τώρα', 'εμβαπτίζει' την παροντικότητα σε ένα παρελθόν που συνιστά 'Πολυτεχνείο', αρθρώνει μία δυνάμει υποκειμενικότητα που είναι θηλυκά ερωτική και θηλυκά απαιτητική, θέτει τις δεσπόζουσες μίας κοινωνιο-οντολογίας που 'ασκείται' επί του πεδίου, 'επι-κοινωνεί' με τα φάσματα μίας προηγούμενης γενιάς, εκεί όπου η ιδιαίτερη 'πατρική΄ οικειότητα συναρθρώνεται με την αισθητική που 'γεννά' έρωτες, που 'απαρνείται' τον δικτατορικό συμβολισμό, αναζητώντας 'σημεία γραφής', γραφής οικείας και συνολιστικής: «έρωτες μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτες μας»[12], εντός χρόνου και μη, γενιά που επισύρει τον 'φόβο' των γενεών, δρώντας έκκεντρα, με την φοιτητική-λαϊκή αυτενέργεια να λειτουργεί ως 'χρυσή περιουσία' και 'επιστασία', διεύρυνση και νοηματοδοτική συστηματοποίηση μίας ποίησης που εκ-διπλώνει το απόθεμα της προκαταλαμβάνοντας το σημαίνον, την 'μοναδικότητα' του ελέους: «Μόνες περγαμηνές μας τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος». Και πλέον, στα συμφραζόμενα της Ριτσικής, βαθιά ανθρωπο-κεντρικής ποίησης, το 'Πολυτεχνείο' και η 'ρέουσα' εξέγερση του ωσάν εφαρμοστική πράξη επιτέλεσης του γενεαλογικά 'αδιάσπαστου΄ σε «αδιαίρετο χρόνο»[13], σε χρόνο πληθυντικό όπου δρουν η «Ελένη, η Μάρω, η Ηλέκτρα και η Δήμητρα»[14], αναζητώντας το διάκενα μεταξύ του περιώνυμου και περιώνυμα ταυτολογικού 'Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών'. Η εβδομάδα τελείται στις εντάσεις του θανάτου, στην ανάδειξη και στη συμπύκνωση, διαμέσου της κίνησης του στρατιωτικού οχήματος προς την πύλη του Πολυτεχνείου και στην διά-ρρηξη της, των δικτατορικών 'φορτίων', των φονεύσεων του ελληνικά 'απο-καλυπτικού', προτάσσει διαρκώς μία 'αγωνιώδη' φωνή και απορία, μία ψιθυριστή παλινδρόμηση που εκτατικά παραμένει 'εκεί', εγκαλώντας και ανα-καλώντας, με το όριο να αίρεται και την ποιητική γλώσσα να ζητεί το 'κάτι' από το σώμα, ομνύοντας στο «πως μπορείτε λοιπόν, πως μπορείτε;».[15]

Στις 17 Νοεμβρίου η εισβολή, στις 18 έως τις 22 Νοεμβρίου, το 'αδόκιμο' της ποίησης που όμως δεν διστάζει να δοκιμάσει τις αντοχές της πόλης. «Μάλλον εκεί, μόνο του, καθώς απομακρύνεται από τον κόσμο, το ποίημα χαιρετά ή ευλογεί, φέρει (tragt) τον άλλον, θέλω να πω «εσένα», συγχρόνως όπως φέρουμε το πένθος και όπως κουβαλάμε στα σπλάγχνα μας το παιδί, από τη σύλληψη μέχρι την κυοφορία και τη γέννηση. Κυοφορώντας. Αυτό το ποίημα είναι το «εσύ» και το «εγώ» που απευθύνεται σ ' «εσένα» και σε οποιονδήποτε άλλον»[16], τονίζει ο Jacques Derrida στην ανάλυση της ποιητικής του Paul Celan που επιχειρεί.

Με έναν παρόμοιο τρόπο, η Ριτσική ποίηση του 'Ημερολογίου' «κυοφορεί»[17] το «εσύ» και το «εγώ», φέρει και ασκείται στην 'αλήθεια' του 'άλλου', 'συλλαμβάνοντας' το δικό το 'ατελεύτητο' του Πολυτεχνείου, φέροντας το βάρος και το βάρος των νεκρών του, της γλώσσας και των προεκτάσεων της, στο «ατελέσφορο» ποίημα.

«Ω, ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο, επάνω από δυο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω»[18] σε μία παράσταση όχι ήττας αλλά 'σιγουριάς' για το 'πράττειν' που χωρεί στο ποίημα, στο 'βιό-κοσμο' του ποιήματος, ανατρέποντας τις σταθερές του. ''Αργά που μαλακώνει το μαχαίρι. Αυτός που σωπαίνει δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει. Δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι- είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του».[19]

 Με την ποιητική τροπικότητα της Πίτσας Γαλάζη,  ''Στο έσω αυτί το τραγούδι τους Στο Χαίρε Ω Χαίρε Ψήγματα άμμου στο κοχύλι του Απ' τα παλιά μαρτυρίες Τα ηλιόλουστα».[20]  Η χειραφέτηση ανα-σημαίνεται ως η δεκτική οριακότητα της ποίησης και πιο συγκεκριμένα, της Ριτσικής ποίησης. Σώμα-‘άρτος’ και παρουσία-‘εξέγερση’ που συμπεριλαμβάνει ‘αθέατες’ αλλά και παρούσες γενιές, υπενθυμίζοντας το Καντιανό κοινωνιο-φιλοσοφικό  ‘αίτημα: «Πρακτικό είναι οτιδήποτε είναι δυνατό μέσω της ελευθερίας» (‘Praktisch ist alles, was durch Freiheit moglich ist’).[21]

'Στο ημερολόγιο μιας βδομάδας', ο Γιάννης Ρίτσος εγγράφει λέξεις που διευρύνουν τα όρια προσέγγισης του εξεγερσιακού 'συμβάντος', συγκροτεί 'μεταβάσεις' που αφαιρούν από την ημερομηνία το 'σκληρό περίβλημα' του χρόνου, προσδιορίζοντας αυτό που ο Τσβετάν Τοντόροφ, αποκαλεί «παραδειγματική μνήμη»,[22] που, όπως αναφέρει ο Γιώργος Κόκκινος «έχει εξ ορισμού συγκριτικό και καθολικευτικό χαρακτήρα'', λειτουργώντας ως ''εργαλείο της συνειδητής προσπάθειας για την αλλαγή του κόσμου και την παγκόσμια κατανόηση».[23] Η ποίηση, η Ριτσική ποίηση,  τέμνει το περιεχόμενο της μνήμης.



[1] Η σιωπή, η ‘υπόκωφη’ και ‘ομιλούσα’ γλώσσα, που τείνει σε μία ατέρμονη δοτικότητα, ήτοι στο ‘θέαμαι’ ενώπιον των πολλαπλών εκδοχών ενός και μόνο εαυτού. Το όριο της σιωπής, τιθέμενο εν συνόλω, δύναται να  διαμορφώσει μία «διεισδυτική και άφατη ευγλωττία», όπως αναφέρει λογοτεχνικά  ο Ονορέ Ντε Μπαλζάκ στο διήγημα του ‘Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ’. Βλέπε σχετικά, Μπαλζάκ Ντε Ονορέ, ‘Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ’, Μετάφραση: Κράλλη Μαρία,  Εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα, 2006, σελ. 35.
[2] Αναφέρεται στο: Derrida Jacques, ‘Κριοί.  Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα’, Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, ‘ Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 52. Το «ημερομηνιακό ενδεχόμενο» του Martin Heidegger επιτελείται ή λαμβάνει χώρα πάνω σε μία οριακή ‘παράκληση’, προσομοιάζει σε μία χρονικότητα που και περισσότερο από χρόνο αποτελεί ‘σπορά’: ποιο και που ευρίσκεται η επωνυμία; Η ενδεχομενικότητα ενός χρόνου που συνιστά ‘διάκριση’, φιλοσοφική μετωνυμία: το μέλλον και το μη-μέλλον.
[3] Ο μήνας θα παραμείνει ο Νοέμβριος της προσδιορισμένης, ή αλλιώς, για να προβούμε σε μία ανάλυση με Καστοριαδικούς όρους, της ‘επι-καθορισμένης φοιτητικότητας’ για την οποία προσίδια και ‘υπόγεια’  έχεις’ (το Πλατωνικό ‘αείν’) ‘ακούσει πολλά: «Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα».
[4] Ο στρατιώτης αναπαρίσταται ως ‘αδελφός’ (το ‘ω αδελφέ μου’ καθίσταται ευδιάκριτο και ευδιάκριτα ποιητικό σε αυτό το σημείο),  την στιγμή προ της ‘έκρηξης’, εκ-πληρώνοντας το μοτίβο της ‘σπερματικής’ και όχι απλά γεγονοτολογικής ‘συνένωσης’, τον ιδεότυπο της γενεαλογίας και του λαϊκού υποκειμένου και ‘υποκειμενισμού’ που δεν τους χωρίζει παρά η αμφίεση, στο μέσον της δυνατότητας ‘επιτυχούς’ συνάντησης, όπου, με ανεστραμμένα πρόσημα, με όψεις ‘μεταφοράς’ στο πραγμολογικά συμβολικό, ανυψώνει την Ελυτική ποίηση: «μη παρακαλώ σας μη, λησμονάτε την χώρα μου». Η γλώσσα, έκκληση και ιδέα παράλληλα, ‘δια-μοιράζεται’ διότι ‘ανήκει’ ή θεμελιώνεται: στο φοιτητή, στον στρατιώτη που παραστέκοντας ‘επιτρέπει’.
[5] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’, Ποιητική συλλογή, ‘Γίγνεσθαι’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 133.
[6] Βλέπε σχετικά, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία. Με βασική αναφορά τις θέσεις Για την έννοια της ιστορίας του Walter Benjamin’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2012, σελ. 87.
[7] «Η συνολική προσπέλαση του τραυματικού στην ιστορία, αποτελεί, κατά τον Ricoeur, ένα από τα προνόμια και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιστοριογραφίας σε σχέση με τη μνήμη, η οποία, όπως γνωρίζουμε, έχει μάλλον αυτοαναφορικό χαρακτήρα και διατρέχει τον κίνδυνο να μετασχηματιστεί σε εκκοσμικευμένη θρησκεία της θυματοποιημένης ομάδας», τονίζει ‘γόνιμα΄  ο Γιώργος Κόκκινος,  θέτοντας το επιστημολογικό πρόταγμα της αναλυτικής ιστορίας. Βλέπε το, Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος’, Μετάφραση: Σπυράκου Άννυ, Πρόλογος στην Ελληνική Έκδοση: Κόκκινος Γιώργος, Εκδόσεις Επέκεινα, Τρίκαλα, 2014, σελ. 21.
[8] Ο ποιητής, υπό το πλέγμα της ποιητικής γραφής του Θωμά Τσαλαπάτη,  «με μάτια φραγμένα συνθέτει τις εκτάσεις» του Πολυτεχνείου. Βλέπε σχετικά, Τσαλαπάτης Θωμάς, ‘Το καρφί’, Ποιητική συλλογή, ‘Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ’, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2013, σελ. 23.
[9] Η ζωή και ο βίος μίας γενιάς που βιαίως ‘αφαιρείται’. Η ποιητική συλλογή ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας’ δεν στερείται συν-δηλώσεων αφύπνισης και μίας παρούσας ‘θελκτικότητας’: φέροντας τον αγώνα τους, όπως και τότε, οι φοιτητές ‘διασχίζουν’ το κατώφλι του δικτατορικού ‘ευνουχισμού’, αρθρώνουν των ερωτισμό προ του θανάτου, ποιητικά ‘άγιοι’ (οι Ριτσικοί καθημερινοί ‘άγιοι’ που αποκτούν διαστάσεις τρέχοντος συμβολισμού)  και ‘μύστες’.
[10] Στο χρόνο και στο πέρας του Πολυτεχνείου, η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ερείδεται στις διαστάσεις της καθημερινά ενεργής κίνησης που υπαινίσσεται τον σημασία και τον μη-προσποιητό θάνατο, στη Μεταπολιτευτική Αθήνα εντός της οποίας φθάνουν  όψεις ‘Πολιτείας’:  «Εκεί που ανέβαιναν οι ορίζοντες με σκοινιά με χαλκάδες με σκισμένα σακκάκια εκεί που φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο εκεί που η μια κραυγή ξανασμίγει τη διαμελισμένη πολιτεία χρόνια και χρόνια σίδερα καπνός δεσμοφύλακες πισώπλατα μαχαίρια μουνουχισμένα χρώματα μουνουχισμένα σκαλοπάτια μήτε να χαιρετήσεις το δέντρο τον αδελφό σου ένα άστρο στα χαραμάδα της πόρτας έπαιρνες το λεωφορείο κατέβαινες σε λάθος στάση ξανάμπαινες στ’ άλλο λεωφορείο μες στο συνωστισμό είχε ζεστασιά παρ’ όλη την επίπλαστη αδιαφορία μια κλεφτή ματιά στην εφημερίδα του πλαϊνού ή στα μάτια του παρά πέρα παρανομία της καρδιάς παρανομία του ωροδείχτη στο μεγάλο ρολόϊ  έτρεχε το αίμα από κρυφές πηγές κάτω απ’ τις πέτρες». Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Το σώμα και το αίμα (Ακόμη μία δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου)΄, Ποιητική συλλογή ‘Γίγνεσθαι’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1998, σελ. 336.
[11] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[12] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[13] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[14] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130. Ονόματα της εποχής και της υπέρβασης που σηματοδοτεί την δυνατότητα περάσματος σε μία άλλη εποχή, θηλυκά ονόματα που ‘απο-καλύπτουν’  το ‘ασύνορο’ του ποιητή-πατέρα, της γενιάς που εγγράφει όψεις ‘σπαρακτικής και λυρικής αναγνώρισης στο πρόσωπο και στην ‘καθαρότητα’ του ‘ενεργείν’: «παιδιά μας, παιδιά μας». Ο πατέρας ανοίγεται σε μία ανοιχτή πληθυντικότητα που διεκδικεί το τελετουργικό αίμα.
[15] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 131. Η διερώτηση παραμένει ‘ανοιχτή΄, ‘αιμάσσουσα’, εδραιωμένη στον ‘πυρήνα’ της δικής της ‘ιδιολέκτου’ η οποία και  τέμνει την εικόνα της ‘οικογενειακότητας’, ενεφανίζοντας τις ‘μεταβάσεις’ του ‘πως’, του ‘πως φονεύετε το ίδιο παρόν; Στις συνηχήσεις της κρίσιμης ώρας, της ποιητικής εγκάρσιας τομής, ενσκήπτει, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η νύχτα και η διαπερατότητα του ήχου και της ρίψης της πύλης υπό το πρίσμα ‘διαπερατότητας’ της ιστορίας: «Παρασκευή το βράδυ του φονιά», όπως γράφει και ο Μάνος Ελευθερίου στο άσμα ‘Τα λόγια και τα χρόνια’.
[16] Βλέπε σχετικά: Derrida Jacques, ‘Κριοί.  Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δύο απείρων, το ποίημα…ό.π., σελ. 50. Το Ριτσικό  ‘εγώ’ είναι και παραμένει έκθετο στην καθημερινότητα του ‘εσύ’, μη-στέρεο ως ‘τραύμα’, και όμως στερεό μίας πολυ-πρισματικότητας που ενέπαιζε διαρκώς τις ‘πιθανότητες’.
[17] Το ποίημα δύναται να ‘κυοφορήσει’ τα σώματα που ‘έλαβαν χώρα’, που έδρασαν ως, μία, κατά Judith Butler, «τελεστική συνθήκη», ωριμάζοντας δραστικά. Το ίδιο ποίημα διεκδικεί, ένας ίδιος ‘Επιτάφιος’, τις πλαισιώσεις και ενός ‘θρήνου του δρόμου’.
[18] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 130.
[19] Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ημερολόγιο μιας βδομάδας…ό.π., σελ. 134.
[20] Βλέπε σχετικά, Γαλάζη Πίτσα, ΄Η Φωνή (μνήμη Σάββα Παύλου), Περιοδικό ‘Νέα Ευθύνη’, Τεύχος 33, Απρίλιος-Ιούνιος 2016, σελ. 168.
[21] Aναφέρεται στο: Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία…ό.π., σελ. 37.
[22] Αναφέρεται στο: Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος…ό.π., σελ.  22. «Η συνολική προσπέλαση του τραυματικού στην ιστορία, αποτελεί, κατά τον Ricoeur, ένα από τα προνόμια και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιστοριογραφίας σε σχέση με τη μνήμη, η οποία
[23] Βλέπε σχετικά: Eaglestone Robert, ‘Μεταμοντερνισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος…ό.π., σελ. 22.

Καιρός να πέσουν οι μάσκες του κόσμου που φτιάξαμε | Έλλη Πράντζου



Σκεπτόμενη ότι όλα κάποτε καταλαγιάζουν και τους λόγους που μπορεί να επικρατεί αυτή η σαπίλα ενώ δεν είμαστε όλοι σάπιοι -ακόμη- προβληματίζομαι κι οργίζομαι κάθε μέρα και πιο πολύ. Από παιδί θυμάμαι τον πατέρα μου να με αποκαλεί "αντάρτη" κι αυτό όχι επειδή ήμουν ζωηρή, κάθε άλλο. Δεν μπόρεσα όμως ποτέ να δεχτώ την τυφλή υπακοή δίχως εξηγήσεις πειστικές σε εμένα -πάντα τον ρωτούσα "γιατί;" και ποτέ δε μου απάντησε "επειδή το λέω εγώ" ή "επειδή είμαι μεγάλος και ξέρω"- οπως δεν μπόρεσα να ανεχτώ ποτέ μου την αδικία.

Ο κόσμος μας απαρτίζεται από λογής λογής ανθρώπους. Άλλοι έτσι τα βρήκαν τα άσχημα και τα διαιωνίζουν χωρίς καν να μπουν στη διαδικασία μιας γόνιμης αμφισβήτησης. Άλλοι θέλουν να αντιδράσουν μα φοβούνται πλασματικές εξουσίες που χωρίς την ανοχή μας δε θα υπήρχαν καν. Άλλοι φωνάζουν και παλεύουν μα θεωρούνται συνήθως γραφικοί. Άλλοι νιώθουν χαμένοι και μόνοι. Άλλοι -από τους πιο επικίνδυνους- φορούν τη μάσκα της παιδείας και της καλλιέργειας κρύβοντας τα συμπλέγματά τους πίσω από μια στείρα μόρφωση που δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν κι η λίστα δεν έχει τέλος.

Αυτοί οι τελευταίοι, οι πιο ύπουλοι, βρίσκονται παντού γύρω μας όμως σπανίως τους αξιολογούμε αντικειμενικά. Το παίζουν, βλέπεις, φιλοσοφημένοι κι αν δεν τους ξέρεις από πρώτο χέρι μπορεί και να την πατήσεις. Αρνούνται να αντικρίσουν κι οι ίδιοι τον καθρέφτη τους μιας κι αν έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητά τους θα καταρρεύσουν. Όταν τυχαίνει να είναι κι ευκατάστατοι οικονομικά θεωρούν το "πιο υψηλό κοινωνικό τους status" δείγμα σίγουρης επιτυχίας. Κουνούν το δάχτυλο τους με "εκλεπτυσμένο" σαρκασμό απέναντι σε οτιδήποτε θεωρούν "παρακατιανό" και κατώτερο -προφανώς με βάση τα δικά τους standards. Χαρακτηρίζουν αβέρτα κοσμώντας με υποτιμητικά επίθετα όσα κατά βάθος φοβούνται ή ζηλεύουν. Και πάει λέγοντας. Κάποιοι από αυτούς είναι γονείς. Κι εκεί το πρόβλημα μεγεθύνεται λόγω είτε διαιώνισης της νοοτροπίας τους είτε λόγω του ότι βασανίζουν ψυχολογικά το παιδί τους αν εκείνο δεν την ασπάζεται.

Πώς να ελπίζεις, λοιπόν, σε έναν κόσμο μεγάλο κομμάτι του οποίου πλασάρει υποκριτικά την υπόστασή του ως κάτι ανώτερο αρνούμενο να παραδεχτεί πως ουσιαστικά είναι η άλλη όψη ενός νομίσματος που φοβάται ή απεχθάνεται (ακριβώς επειδή του μοιάζει); Την ίδια στιγμή μάλιστα που ένα άλλο μεγάλο κομμάτι του καταπίνει το κουτόχορτο αυτής της ανωτερότητας αμάσητο.

Πώς να ελπίζεις, για παράδειγμα, σε έναν κόσμο όπου γονιός κατά τα άλλα μορφωμένος ο οποίος θεωρεί εαυτόν φιλοσοφημένο και δε διστάζει να το δείχνει τεχνηέντως όποτε τον παίρνει, εκτοξεύει στο ομοφυλόφιλο παιδί του φράσεις όπως: "ντρέπομαι που είσαι παιδί μου", "θα καταλήξεις να τρως από τα ψίχουλα που θα σου πετάνε άλλοι στο πάτωμα", "είσαι ανώμαλη", "με απογοήτευσες", "θα είσαι  μια ζωή στο περιθώριο", "δε με νοιάζει τι λένε οι ψυχολόγοι, στον ψυχολόγο και κατσαρίδα να του πεις ότι είσαι θα πει ναι για να μη σου πάει κόντρα", "σε παρέσυραν οι αλήτες οι φίλοι σου", "ο σκοπός του ανθρώπου είναι να κάνει παιδιά αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης", "για μένα έτσι όπως επέλεξες να ζεις είναι σαν να έχεις πεθάνει" και πολλές άλλες παρόμοιου ύφους;

Δε συνεχίζω γιατί όσο γράφω ταράζομαι τόσο που θα καταλήξω να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Παρέθεσα όμως τα λιγότερο εξευτελιστικά σχόλια ώστε να καταλάβουμε πως η σαπίλα για την οποία μιλάμε δεν είναι ελάττωμα μιας μικρής μερίδας ανθρώπων η έλλειψη παιδείας της οποίας κάνει μπαμ στα μάτια των πολλών. Έφερα τούτο το παράδειγμα ώστε να δούμε πως η χειρότερη και πιο δύσκολα καταπολεμήσιμη σαπίλα είναι εκείνη που φοράει τον φερετζέ της καλλιέργειας κι οι άλλοι πιστεύουν σε αυτόν τον φερετζέ λόγω εντυπωσιακής βιτρίνας και καλού μάρκετινγκ. 

Τους εν λόγω γονείς που προαναφέρθηκαν έχω την ατυχία να τους γνωρίζω κι έχουν πείσει όντως ορισμένους ανθρώπους πως είναι ευυπόληπτοι πολίτες του κόσμου τούτου, σκεπτόμενοι και πάνω απ' όλα -δεν ξεχνιόμαστε- καλλιεργημένοι.

Τους γνωρίζεις όμως κι εσύ. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που παρακολουθούν θέατρο συχνά θεωρώντας το δείγμα κουλτούρας και παιδείας αλλά έναν νέο ηθοποιό θα τον θεωρήσουν με περισσή ευκολία ρεμπεσκέ τεμπέλη. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ενώ έχουν διαβάσει πολλά βιβλία προσπαθώντας να ξεφύγουν από όσα θεωρούν κατώτερα όταν έρχεται η στιγμή να δείξουν τι έχουν κερδίσει από αυτά το χάνουν πανηγυρικά μιας και δεν αρκεί μόνο να διαβάζεις πρέπει να είσαι σε θέση τόσο να αξιολογείς όσο και να αξιοποιείς.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που νιώθουν φιλότεχνοι μέχρι κάποιος από τον περίγυρό τους να δηλώσει επαγγελματικά καλλιτέχνης. Ώσπου να πετύχει στα μάτια τους (ξέρετε, να γίνει διάσημος και να βγάλει λεφτά) δεν είναι παρά ένα χαμένο κορμί ή/και αμόρφωτος. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ξεμπροστιάζουν αδυναμίες άλλων προκειμένου να μην πιάσει ο κόσμος στο στόμα του τις δικές τους. Είναι οι άνθρωποι που πρώτα απορρίπτουν κι εξευτελίζουν το ίδιο τους το παιδί ώσπου όταν εκείνο φτάσει επαγγελματικά στο σημείο που οι ίδιοι θεωρούν επιτυχία δε διστάζουν με χυδαίο θράσος να δηλώσουν ξαφνικά υπερήφανοι. Ωστόσο έχουν την απαίτηση εκείνο να μην απομακρύνεται από αυτούς κι όταν το κάνει φυσικά φταίει.

Με βάση την πρόσφατη επικαιρότητα, λοιπόν, καθώς παρατηρούσα τους πάντες να αναρωτιούνται τι φταίει και γιατί γίνονται τελικά όσα γίνονται, έχω να πω ότι και τέτοιοι άνθρωποι που δεν τους πιάνει, λέει, το μάτι σου μεγαλώνουν παιδιά αυριανούς πολίτες αυτής της κοινωνίας. Όσο άκυρη όμως κι αν φαίνεται με την πρώτη ματιά η παρατήρησή μου, δεν είναι. Κι έρχομαι να αναρωτηθώ κάτι ακόμη. Γιατί δεν τους πιάνει άραγε το μάτι σου; Με τι πρότυπα κανονικότητας έχουμε επιτρέψει στους εαυτούς μας να πορεύονται;

Κάπως έτσι καταλήγω πως τελικά μάλλον ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Ο εαυτός μας που πάντα κοιτάει ξένες καμπούρες, ο εαυτός μας που πείθεται από φανταχτερές επιφάνειες παραβλέποντας την ουσία, ο εαυτός μας που έχει ξεχάσει τι σημαίνει ενσυναίσθηση και ψυχοκοινωνική παιδεία θεωρώντας τάξη πραγμάτων το να τρέχουμε πανικόβλητοι σε έναν αγώνα δρόμου στείρας επιβίωσης, ο εαυτός μας που όταν κάποια ασχήμια λαμβάνει χώρα δίπλα του κάνει τα στραβά μάτια για να μην μπλέξει, ο εαυτός μας που υποκύπτει σε συναισθηματικούς κι άλλους εκβιασμούς αντί να θέσει άμεσα κι αποφασιστικά αντιμέτωπους με τις πράξεις τους όσους τον εξευτελίζουν, ο εαυτός μας που έχει ονομάσει σπουδαία τα ανούσια κι έχει ευτελίσει τα σημαντικά, ο εαυτός μας που δίνει αξία με άκυρα κριτήρια, ο εαυτός μας που σκύβει το κεφάλι, ο εαυτός μας που φοβάται κι έτσι γίνεται χειρότερος από τον φόβο του, ο εαυτός μας που επιτρέπει και δέχεται άκριτα τα πάντα, ο εαυτός μας που ως εργαζόμενος υπακούει κι ως "παιδί" κάποιου υποκύπτει, ο εαυτός μας που αντί να ενώνει χωρίζει ή μαζοποιεί.

Όχι, δεν είναι λογικό γονείς να φέρονται έτσι στο παιδί τους επειδή σοκάρονται με τη διαφορετικότητά του! Είναι έγκλημα το να περνιέται κάτι τέτοιο ως αλήθεια. Όσο το χάσμα των γενεών αντιμετωπίζεται ως δικαιολογία κι όχι ως αιτία όλα τα στραβά που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε γιατί συμβαίνουν ανακυκλώνονται χωρίς σταματημό. Πρέπει να καταλάβουμε πως η εκάστοτε συμπεριφορά είναι στον άνθρωπο κι όχι στην ιδιότητα και πως ένας γονιός που αγαπά το παιδί του δε βάζει πάνω από αυτό ούτε το σοκ ούτε τον εγωισμό του εκτός αν έτσι είναι ως άνθρωπος.

Όχι δεν είναι λογικό το παιδί σε μια τέτοια περίπτωση να εθελοτυφλεί από αγάπη υποτιμώντας τόσο τον ίδιο του τον εαυτό όσο και όλους εκείνους εκεί έξω που παλεύουν για τα αυτονόητα.

Όχι δεν είναι λογικό ούτε έχει πλάκα ένας άντρας να λέει ανόητα αστειάκια για γυναίκες όπως αντίστοιχα δεν είναι λογικό να κάνει το ίδιο μια γυναίκα για τους άντρες διαιωνίζοντας παρωχημένα κοινωνικά κατασκευασμένα στερεότυπα. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε πως τα πιο βαθιά ριζωμένα πιστεύω μιας κοινωνίας είναι εκείνα που περάστηκαν στα μέλη της με τον πιο υποχθόνιο και φαινομενικά αθώο τρόπο.

Όχι δεν είναι λογικό να κρίνεις κάποιον από το ντύσιμό του βγάζοντας συμπέρασμα για το τι θέλει ή τι άνθρωπος είναι γενικά δίχως να τον ξέρεις καν και χωρίς να ακούς τη φωνή του. Όσο "προκλητικά" κι αν ντυθώ για τα γούστα σου το όχι μου παραμένει ΟΧΙ.

Όχι δεν είναι λογικό νεαρές κοπέλες να κρύβονται πίσω από το και καλά ακαταλόγιστο της μικρής ηλικία τους ξεστομίζοντας υποτιμητικά σχόλια για το ίδιο τους το φύλο ούτε είναι λογικό μπαμπάδες να μεγαλώνουν πριγκίπισσες και μανάδες να μεγαλώνουν πασάδες.

Όχι δεν είναι λογικό η ψυχική χυδαιότητα να ονομάζεται σάτιρα απενοχοποιώντας κάθε πρόστυχο διαχωρισμό μεταξύ των ανθρώπων κάτω από τη μάσκα του "απλού καθημερινού χιούμορ".

Όχι δεν είναι λογικό να θεωρούμε διασκέδαση τον ευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης δικαιολογώντας τους εαυτούς μας λόγω της ανυπόφορης καθημερινότητάς μας. Αν δε μας αρέσει η καθημερινότητά μας κοιτάμε πώς να την αλλάξουμε κι όχι πώς να αποβλακωθούμε για να μην τη νιώθουμε.

Όχι δεν είναι λογική η ύπαρξη των σεξιστών, των ρατσιστών, των απαίδευτων (δεν αναφέρομαι στην πανεπιστημιακή μόρφωση προφανώς) που με σκήπτρο την απαιδευσιά τους βασιλεύουν βασιζόμενοι σε άλλα "προνόμια" που κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει.

Όχι δεν είναι λογικό που νιώθουμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι.

Το ότι μια κατάσταση υφίσταται δε σημαίνει πως είναι λογική. Δεν είμαστε ουτοπιστές όσοι φωνάζουμε για τα αυτονόητα. Είμαστε εξοργισμένοι με έναν εξευτελισμένο ρεαλισμό που βλέπουμε ωστόσο πολύ καλά καθημερινά γύρω μας. Δε θέλουμε άλλο κύριοι. Σιχαθήκαμε. Φτάνει. Και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα μας βρίσκετε απέναντί σας. Θα κάνουμε τα πάντα προκειμένου μέσα από εμάς να έρχεστε συνεχώς αντιμέτωποι με ό,τι σας πονάει πιο πολύ. Με τον εαυτό σας.

Θα μου πεις, ποια είσαι τώρα εσύ για να το παίζεις θιγμένη λες κι είσαι η καλύτερη του κόσμου όλου. Ζητώ συγγνώμη που δεν είμαι παρά μόνο ο ομολογουμένως ατελής εαυτός μου. Δε θα χρησιμοποιήσω όμως ποτέ τα ελαττώματά μου ως καταφύγιο για να γίνω απαθής απέναντι στα εγκλήματα που λαμβάνουν χώρα γύρω μου. Διότι άλλο ατελής άνθρωπος -ποιος είναι τέλειος εξάλλου- άλλο απαθής κι επιλεκτικά αδαής άνθρωπος. Όσο ακόμη έχω φωνή θα φωνάζω. Ακόμη κι αν αυτό είναι για να ζητήσω συγγνώμη τις στιγμές που φταίω εγώ.



Φωτογραφία: Έλλη Πράντζου