Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2020

Το τροπικό πουλί | Τάσος Μαλεσιάδας


   Ανάθεμα αν γνώριζα πού θα με έβγαζε το όνειρο, αλλά ύστερα σκέφτομαι πως αν γνώριζα εγώ σίγουρα θα το μάθαιναν και οι άλλοι, όχι επειδή δεν μπορώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, αλλά τα μάτια μου δεν αντέχουν να μείνουν κλειστά πέρα από τη μέρα.

   Τα βράδια, βλέπεις, δεν μπορούσα να σταματήσω την ονειροπόληση - έτσι είχα ονοματίσει τις αναγνωριστικές μου επιχειρήσεις προς την αιωνιότητα- και οι φωνές που έρχονταν να με επισκεφθούν πάντα προσπαθούσαν να με κρατήσουν στην ώρα μου - αλλά δεν ήξεραν να βρούνε το ρολόι μου και για αυτό τους ξέφευγα ( κάθε φορά όλο και πιο δύσκολα, αλλά ξέφευγα ακόμα ).

   Οι ερωτήσεις που μου έκαναν δεν είχαν τελειωμό, έτσι το ατέρμονο ερχόταν κοντύτερα και κάποιες φορές μπορούσα να πιάσω το χέρι του - όπως όταν ήμασταν παιδιά και κρεμόμασταν από τα δέντρα και τα κλαδιά - σαν να κάναμε την πρόβα του λογοτεχνικού μας θανάτου.

Τρεις φορές είχα απαγχονιστεί και οι λυγμοί μου έμειναν μες στον λαιμό σχεδόν νεκροί, προτού προλάβω να επανέλθω στην επόμενη ζωή μου στο άλλο άκρο των παραλλήλων.

   Ένα τροπικό πουλί κρώζει αδιάλειπτα και εκνευριστικά ενώ στον δρόμο οι ιθαγενείς τρέχουν για να βρουν την έξοδο.

   Πάνω στα δέντρα κρεμασμένοι οι καρποί τους σαν φορτωμένες γυναίκες που σέρνουν πλάι στις επιδιώξεις τους τα άγχη των μητέρων τους, το πουλί συνεχίζει και κρώζει αμείλικτο, πίσω από την πρώτη διασταύρωση γυρνώ να το αντικρίσω και βλέπω εμένα κρεμασμένο με τον ανοιγμένο λαιμό μου να κρώζει τις ακατάληπτες κραυγές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου