Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Η βεβαιότητα των ενδεχομένων | Θεοδώρα Σπηλιωτάκη


Ήρθες ξανά και ξανά.
Ήθελες να εξετάσεις.
Εμένα,
τα γεγονότα που συντελέστηκαν ίσως.

Ξεφτισμένοι σοβάδες διάσπαρτοι στο χώρο,
Σκόνη αναδυόμενη από τα ρημαγμένα μπετά της συνοικίας
και αναδευόμενη στην πάχνη της πρωινής υγρασίας.
Πάλλευκα κομμάτια και κόκκοι των άλλοτε περίκλειστων τοίχων,
συγκολλούσαν με στάλες ιδρώτα και δροσιάς πάνω στο κορμί μου.
Αποζητούσα να ντυθώ με εγκατάλειψη.

Ήσουν ολόκληρος δύο τεράστια μαύρα μάτια.
Με κοιτούσες και καταλάβαινα.
Είχα καταστεί ένα άγαλμα
και στα σημεία που ξεπρόβαλλε ακόμα η σάρκα μου,
ζώσα ύλη παλλόταν και αντιμαχόταν τη μουμιοποίησή μου.

 «Ήρθες γιατρέ μου;
Κρίμα, δε με πρόλαβες όταν ήταν σε έξαρση το έκζεμά μου.»
«Ήρθατε κύριε μηχανικέ;
Κρίμα, φύγαμε όλοι αλλόφρονες αμέσως μετά το φονικό σεισμό.»
«Ήρθες αγαπημένε μου;
Κρίμα, πλάσμα της φαντασίας μου εσύ, με είδες, φάντασμα έγινα και εγώ.»

Τα ενδεχόμενα ήταν πολλά.
Η βεβαιότητα όμως μία.
Με την απουσία μου σε απουσία σε καταδίκαζα,
ακόμα και σε εκείνες τις επανειλημμένες ασύγχρονες στιγμές αμοιβαίας παρουσίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου